Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2014

Τάσος Λειβαδίτης: Σε μια γυναίκα

Αυτή είναι ποίηση.
Ποίηση αυτό είναι.
Και δε χρειάζεται, γιατί δεν υπάρχει, κάτι άλλο να πεις.

Σε μια γυναίκα

—Τάσος Λειβαδίτης—

Θυμάσαι τις νύχτες; Για να σε κάνω να γελάσεις περπατούσα πάνω στο γυαλί της λάμπας.
«Πώς γίνεται;» ρώταγες. Μα ήταν απλό
αφού μ’ αγαπούσες.

Τάσος Λειβαδίτης, «Σημειώσεις», Ποίηση, τόμος δεύτερος: 1972-1977, Κέδρος 1987

Το διάβασα στο http://dimartblog.com/2014/10/01/poem-of-the-week-110/

Eric Burdon & War - Spirit/Love Is All Around/Train Train (Live, 1971)

Νομίζω πως όταν η κουβέντα έρθει στα blues και στη jazz, από το συνάφι όσων διατήρησαν τα εκλογικά τους δικαιώματα στην περιφέρεια του rock, δυο είναι που κανείς δεν μπορεί να τους αρνηθεί την υπόκλιση: ο Van Morrison και ο Eric Burdon. Με τον δεύτερο το Μυστήριο Τρένο διασταυρώθηκε σε μια στροφή της αποψινής διαδρομής· του σφύριξε δις, κι έκοψε ταχύτητα για να απολαύσει το σπάνιου καλλιτεχνικού αναστήματος medley που ακολουθεί. Ειδικά από το 13:36 και μετά, η διήγηση, που πλέον εξιστορείται σε γλώσσα μηχανής, μπορεί να κάνει ακόμα και μέταλλα να λυγίσουν.


Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014

Τέσσερις, ένας κι άλλος ένας


http://www.athensmagazine.gr/photos/galleries/da22fc94332c7c2e8a7a8a2ae7f23feb.jpg

Κατεβαίνω τα σκαλιά στο υπόγειο κουτούκι του Χολαργού «Μια παλιά ιστορία» και πριν ακόμα ανοίξω τη μεταλλική εξώπορτα τους βλέπω μέσα από το τζάμι να κάθονται: ο Νίκος, ο Θοδωρής, ο Δημήτρης κι ο Βαγγέλης.

Μπαίνω και βαδίζω προς το τραπέζι τους, το τραπέζι μας, σημείο σταθερό για τις συναντήσεις μέσα στα τόσα χρόνια, εκεί στη γωνία δεξιά, κάτω από το ράφι με τα παλιά μπακιρένια, διακοσμητικά πλέον, σκεύη.

Στρίβουν και με κοιτούν με φωτισμένα πρόσωπα· «α, όπως τους θυμάμαι, επιεικής ο χρόνος για όλους» είναι το πρώτο που σκέφτομαι καθώς πλησιάζω και τους αγκαλιάζω θερμά, έναν έναν με τη σειρά. Έπειτα κάθομαι· το ποτήρι μου με περιμένει κιόλας γεμάτο.

Στην ασυνήθιστη αυτή παρέα τα μέλη μπήκαν σταδιακά, με συνδετικό κρίκο εμένα: ο Νίκος ήταν διπλανός μου στην πρώτη τάξη του πρώτου Γυμνασίου Χολαργού, ο Θοδωρής συμμαθητής κι αυτός αλλά πιο μετά, τελειώσαμε μαζί τα Ανάβρυτα όπου πήγα για το Λύκειο, ο Δημήτρης συνάδελφος στην πρώτη μου δουλειά, κι ο Βαγγέλης από τη δουλειά τη δεύτερη. Δέσαμε πάντως όλοι «με το αμέσως», που άκουσα να λένε στη Λάρισα (νεολογισμός από εκείνους τους τόσο κακούς, που γίνονται καλοί, άλλωστε «η γλώσσα είναι ένα ζωντανό εργαλείο» κλπ κλπ), και τις συναντήσεις σαν και την αποψινή πάντα πραγματικά τις απολαμβάνουμε, όσο κι αν δε γίνονται παρά μόνο μια στο τόσο.

Συζητάμε για τα παλιά σα να μην πέρασε μια μέρα «θυμάσαι τότε που...» και «αμ, το άλλο, με τον...» ή «α ρε μπαγάσα Βαγγέλη, χα χα, καλά λένε πως πρώτα βγαίνει η ψυχή του ανθρώπου και μετά το χούι του», και μεζές, και κρασάκι κόκκινο, και δώστου καλαμπούρια και πειράγματα, ο Δημήτρης να αγορεύει για τα πολιτικά του, ο Βαγγέλης το χαβά του με την ΑΕΚ και τα ποδοσφαιρικά, ο Νίκος και ο Θοδωρής, που έμειναν ανύπαντροι, με τα πιο πιπεράτα τα γκομενικά τους, και φέρε μισό κιλό ακόμα να τελειώσουμε το μεζέ, και φέρε κανά μεζέ ακόμα να πιούμε το κρασί, κι όλα αυτά τα μικρά, ωραία πράγματα που κάνουν τις φιλίες και τις ζωές ανεκτίμητες.

Ανεκτίμητες... ναι ανεκτίμητες. Και ποτέ δεν μπορεί να ξέρεις πόσο πραγματικά ανεκτίμητη είναι μια ζωή, αν δε χαθεί πρώτα.

Ο Νίκος πέθανε μέσα σε τρεις μήνες από λευχαιμία. «Καλπάζουσα». Την τελευταία φορά που τον είδα ζωντανό καθόταν στο θρανίο δίπλα μου κάτωχρος, από τα μαλλιά του είχε μείνει ένα ξανθό χνούδι, τα μάτια του θολά· μετά από εκείνη τη μέρα δεν ξαναήρθε. Η φιλόλογος, η Παπαδημητρίου, μας σύστησε να πάμε στην κηδεία, και την επόμενη βδομάδα μας έβαλε στην έκθεση θέμα «Στην κηδεία του συμμαθητή μου». Κάποιοι γονείς διαμαρτυρήθηκαν ότι ήταν σκληρό αυτό που έκανε. Δεν ξέρω γιατί διάλεξε να το κάνει. Ισως τώρα, από τη σκοπιά του ενήλικου, θα μπορούσα να μαντέψω. Πάντως τόσα χρόνια πέρασαν και το θυμάμαι ακόμα· από τις εκθέσεις όλες που έγραψα ως μαθητής δυο είναι εκείνες που θυμάμαι: την έκθεση για το Νίκο και εκείνη που μας έπεσε στις πανελλήνιες, με τις κοντινές μας στέγες και τις μακρινές μας καρδιές, του Σαμαράκη. Έγραψα καλά κι έτσι κατάφερα να ρεφάρω την αποτυχία στα μαθηματικά και να περάσω.

Στην ίδια αίθουσα με το Θοδωρή τη γράψαμε την έκθεση εκείνη. Ο Θοδωρής δεν έγραψε και πολύ καλά αλλά δεν του χρειάστηκε κιόλας· μπήκε στο πανεπιστήμιο κυριολεκτικά με το σπαθί του, πιο συγκεκριμένα ως βαλκανιονίκης με την εθνική ομάδα ξιφασκίας. Στα χρόνια των σπουδών απομακρυνθήκαμε λίγο, όπως συχνά συμβαίνει όταν αλλάζεις περιβάλλον και παρέες, αλλά όλο και κάποια ευκαιρία δινόταν να ξαναβρεθούμε, σε κανένα παρτάκι, σε καμιά συναυλία. Η είδηση ότι πέθανε μου ήρθε σαν κεραμίδα. Δεν είχα καν μάθει καν πως είχε αρρωστήσει.

Ο Δημήτρης, εκείνος έφυγε μέρα μεσημέρι, εκεί που περπατούσε στην Πατησίων. Ανακοπή. «Είχε κάτι ενοχλήσεις αλλά δεν έδωσε σημασία» είπε ο Σταμάτης. «Κρίμα, κρίμα, νέο παιδί…» είπε ο Αντρέας. Για να συμπληρώσει, μετά από μια παύση που η διάρκειά της φάνηκε αφύσικα μεγαλύτερη από την πραγματική μέσα στη βουβαμάρα του γραφείου, «ωραίος θάνατος πάντως για όταν έρθει η ώρα σου».
Καταλάβαινες ωστόσο ότι για τον εαυτό του υπολόγιζε πως η ώρα εκείνη θα έκανε οπωσδήποτε μερικές δεκαετίες ακόμα να έρθει.

Και να πούμε τέλος και για το Βαγγέλη, τον μόνο από τους τέσσερις που την πορεία του προς το τέλος την παρακολούθησα από κοντά σε όλες τις φάσεις. Χρειαζόταν συχνές μεταγγίσεις και είχα πάει μερικές φορές στο Λαϊκό να δώσω αίμα και αιμοπετάλια. Περίεργη η αίσθηση να δίνεις αιμοπετάλια: σου παίρνουν το αίμα από τη φλέβα, το πάνε μια μεγάλη βόλτα μέσα από ένα μηχάνημα όπου το φυγοκεντρίζουν για να τα αφαιρέσουν, και μετά ωραία και καλά στο επιστρέφουν. Εν τω μεταξύ εσύ κάθεσαι ξάπλα και το παρακολουθείς να κυλάει μέσα στα διαφανή σωληνάκια.

Τα αιμοπετάλια ένας υγιής οργανισμός τα αντικαθιστά μέσα σε ελάχιστο χρόνο, δυο-τρεις μέρες νομίζω, γι αυτό και ο αιμοπεταλιοδότης μπορεί να δίνει ακόμα και κάθε βδομάδα αν θέλει, σε αντίθεση με το αίμα, που ως γνωστόν δεν επιτρέπεται να ξαναδώσεις πριν περάσουν τρεις-τέσσερις μήνες.

Μια από τις φορές που ήμουν στο Λαϊκό, ξάπλα και χάζευα το αίμα μου να βολτάρει στα σωληνάκια, έπιασα κουβέντα με τον διπλανό μου. Πες πες βγήκε ότι ερχόταν μια φορά το μήνα και έδινε αιμοπετάλια όχι για κάποιο δικό του άνθρωπο αλλά εθελοντικά για την τράπεζα του νοσοκομείου. Το νοσηλευτικό προσωπικό τον είχε στα όπα όπα. Και λογικό είναι, ειδικά για αιμοπετάλια ψάχνουν δότες με το φανάρι, δεν είναι ενημερωμένος ο κόσμος και φοβάται.

Ο διπλανός μου πάντως δεν φοβόταν καθόλου. Έφυγε με χαμόγελο. Στο δεξί του χέρι κράταγε διπλωμένη την μόλις υπογεγραμμένη και σφραγισμένη από την προϊσταμένη βεβαίωση, την οποία θα κατέθετε την επομένη στις υπηρεσίες προσωπικού του δήμου Αθηναίων, όπου δούλευε, για να δικαιολογήσει τέσσερις μέρες αιμοδοτική άδεια. Τέσσερις μέρες αιμοδοτική άδεια το μήνα, κάθε μήνα.

Λίγο μετά καθώς έφευγα κι εγώ με ρώτησαν αν θέλω βεβαίωση. «Μπα όχι» αποκρίθηκα. Μου φάνηκε ύβρις. Τους φάνηκε περίεργο.

Αλλά ποιός είμαι εγώ που θα πω τι είναι ύβρις και τι όχι;

Στο σημείο λοιπόν αυτό, κι ενώ έχεις ήδη δει πως δε μένει και πολύ ακόμα κείμενο κι αναρρωτιέσαι πώς άραγε να τελειώνει αυτή η παράξενη και ομολογουμένως κάπως δυσάρεστη ιστορία –αλλά, πίστεψέ με, δεν έχεις δει ακόμα τα χειρότερα!-, γυρνάω και σε κοιτάζω κατάματα μέσα από το νοητό τέταρτο τοίχο της σκηνής· σε κοιτάζω κάπως βλοσυρά και σου λέω πως οι θρησκείες κι οι δοξασίες όλες συμφωνούν πως είναι κακό, πολύ κακό, να ταράζεις τους νεκρούς.

Κι έτσι αναγνώστη, όπως ίσως ήδη το σκέφτεσαι, σε περίπτωση που κι εγώ ο ίδιος συμβαίνει να είμαι πια νεκρός, το ρίσκο μένει όλο πάνω σου.



Σάββατο 16 Αυγούστου 2014

Πίτσα ποίηση

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhrophvf9TT2WsD4lqsZeiAuPoOBLNY8SXviLlq9zuW8dS6J8UdDtFoCtTVf1L0EOvrPpXLCrDUTxjkpGP-fDW8LOZn464sQjoSdmxWY35vxCD_0u2A2YCTANXEwWzzrUjPAt3I7gXlx7U/s1600/Supreme_pizza.jpg

Τόσο πολλά, σχεδόν όλα, είναι ποίηση

Η πίεση είναι ποίηση
Η πίστη είναι ποίηση
Κι η πίτσα, κι αυτή 'ναι ποίηση,
ή μάλλον: αυτή κι αν είναι ποίηση

τόσο γόνιμα σύνθετη, μια πανδαισία από χρώματα και υφές,
ακτινωτή, τριγωνική, κυκλική,
γεωμετρική αλλά και άναρχη,
ανοιχτή σε προσεγγίσεις παράλληλες και επάλληλες,
ζουμερή, διαχυτική, προκλητική, ξεμυαλίστρα, δοτική

Σκέψου πχ ένα μελετητή της γραφής μελλοντικό
να σκύβει πάνω από τούτο 'δω το ποίημα
και να γεμίζει σελίδες ανάλυσης
ακριβώς για την πίτσα αυτή

που άραγε, στο νου του ποιητή, νά 'ταν
μαργαρίτα ή σπέσιαλ ή ζαμπόν τυρί ή όποια άλλη εκδοχή

Στο άχωρο, άχρονο αλλά όχι άγευστο
-στα σίγουρα διόλου άγευστο-
σύμπαν της ποίησης

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014

Το αλφαβητάρι του Μυστήριου Τρένου


Λήμματα για μια σύγχρονη διάλεκτο

 https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjEguih09FSf31G3S2ZcW9EOMuc3620pO5hmLh5v29HGJnEK1IscI67GxYNejgkQiTr-pfL1aXZsMEt84MBZB6Fbgr7OLwiJchp8DZhmwILyXhWbIXbA-fcLY2qLz1424imG5WQZ92bTFY/s1600/%CE%B1%CE%BB%CF%86%CE%B1%CE%B2%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B9.jpg



Α για την Ανθρωπιά.
Είδος εν ανεπαρκεία τις μέρες αυτές, που το ενδιαφέρον μονοπωλούν τα Άλφα των «Αγορών».

Β για τις Βόλτες.
Γεννήτριες παραστάσεων, προσανάμματα φαντασίας, αντίδοτα στην υπερδιέγερση της ζωής στη μεγαλούπολη. Για τους οπαδούς της περιπατητικής σχολής.

Γ για τη Γραβάτα.
Απαραίτητη για να προσδίδει σοβαροφάνεια, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις εκείνες που ελλείπει η σοβαρότητα. Κύριο χαρακτηριστικό της, ότι σε σφίγγει.

Δ για το Δρόμο.
Παλιά είχε τη δική του ιστορία. Σήμερα τον λένε Αττική ή Εγνατία οδό. Μένει να δούμε πού βγάζει.

Ε για την Επίδαυρο.
Επιβεβλημένος προορισμός των θερινών εξορμήσεων, όσο κι αν η επί σκηνής «Ιθάκη» δεν δικαιώνει πάντοτε το ταξίδι.

Ζ για τη Ζέστη.
Αντιμετωπίζεται με κλιματισμό. Προσοχή στην παρενέργεια της (απο)μόνωσης.

Η για τον Ηλεκτρισμό.
Για να συνειδητοποιήσεις τι σημαίνει για σένα, απαιτείται μια διακοπή ρεύματος.

Θ για το Θάρρος.
Υπερβατική αρετή των αρχαίων μας προγόνων. Στη νέα Ελλάδα τη θέση του πήρε το θράσος.

Ι για τον Ιστό.
Της αράχνης σε αιχμαλωτίζει, με συνέπειες τραγικές· ο «παγκόσμιος» σε απελευθερώνει, με συνέπειες, ακόμη, άγνωστες.

Κ για το Κρασί.
Ευλογημένο μαζί με το ψωμί και το λάδι. Αναδεικνύει επίσης τα παϊδάκια και το σπληνάντερο. Σε κάποιες εμφιαλώσεις κοστίζει μια περιουσία. Από όσα έχω δοκιμάσει προτιμώ του θείου μου του Φώτη.

Λ για τον Τζον Λέννον.
Είχε πει «Ζωή είναι εκείνο που συμβαίνει ενώ είσαι απασχολημένος με το να κάνεις διαφορετικά σχέδια».

Μ για το Μπαχτσίσι.
Το λιπαντικό του δημοσίου –και όχι μόνο– τομέα. Η βαθιά ανατολίτικη ρυτίδα στο νεότοκο ευρωπαϊκό μας προφίλ.

Ν για τα Νιάτα.
Ρουφιούνται λαίμαργα· καταδικάζονται, ενίοτε, στη φάση της ωριμότητας για την ηδονιστική τους απερισκεψία· έρχονται μόνο μια φορά.

Ξ για το Ξύλο.
Υλικό ζεστό και φθαρτό όπως η ζωή. Απαντάται όλο και λιγότερο στους χώρους όπου ζούμε, με την ευτελή δικαιολογία του υψηλού, συγκριτικώς, κόστους.

Ο για την Ομορφιά.
Η αντίληψή της είναι, ίσως, η πιο βαθέως υποκειμενική υπόθεση. Απόδειξη, ότι οι λογής «μεγάλοι αδελφοί» έχουν φαγωθεί να επιβάλουν πρότυπά της.

Π για τα Περιττώματα.
Φάτε άφοβα· «δισεκατομμύρια μύγες δεν μπορεί να κάνουν λάθος».

Ρ για το Ρούμι.
Πάει με κόκα-κόλα/πάγο/λεμόνι, παραλίες και υγρές καλοκαιρινές νύχτες. Οι επαΐοντες το προτιμούν μαύρο.

Σ για το Σεξ.
Η στάση της Εκκλησίας παραμένει αμετακίνητη στο ότι πράττεται αποκλειστικώς προκειμένου για αναπαραγωγή. Το ποίμνιο, στο σύνολό του, προτιμά διάφορες άλλες στάσεις.

Τ για την Τέρψη.
Η θρησκεία της παγκοσμιοποίησης.

Υ για την Υπερβολή.
Πολλές φορές η χειραψία μαζί της είναι ο μοναδικός τρόπος να μάθεις ποιo ακριβώς ήταν το όριο που αψήφησες.

Φ για το Φοίνικα.
Μυθολογικό πουλί που, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ξαναγεννιέται απ' τις στάχτες του. Ως σύμβολο, δίνει κουράγιο για να ξανασηκωθείς κάθε φορά που πέφτεις.

Χ για το Χρώμα.
Ουσιώδες για κάθε τι μη μαυρόασπρο.

Ψ για την Ψυχραιμία.
Ένα από τα ελάχιστα χρήσιμα που έχει να προσθέσει η αγγλοσαξονική κουλτούρα στη δική μας.

Ω για τον Ωκεανό.
Οι σαγηνευτικοί κυματισμοί της θεωρίας του χάους.


Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Mood Six: Hanging Around



Mood Six were a neo-psychedelic band formed in London's West End in 1981, emerging from the remnants of mod revival groups like the The Merton Parkas and the VIPs.

Debuting with two tracks - "Just Like a Dream" and "Plastic Flowers" - on the A Splash of Colour compilation, the group immediately launched itself to the forefront of the short-lived British new psychedelia revival.

Signing to EMI, Mood Six issued their first official single, "Hanging Around", but were dismissed from the label when the release of the follow-up, "She's Too Far (Out)," was aborted, leaving only white label versions in circulation.

In 1985, Mood Six resurfaced on the Psycho label with the LP The Difference Is..., jumping to Cherry Red to issue A Matter Of! a year later. After a long period of seeming inactivity, the band returned in 1993, releasing And This Is It on their own Lost Recording Company label. Two compilations were later released on Cherry Red, Songs from The Lost Boutique and Cutting Edge Retro.

Their original lineup included Phil Ward, Tony Conway, Andy Godfrey, Guy Morley, Paul Shurey, and Simon Smith.

1980's artist Toni Basil chose to record her own version of "Hanging Around" and this is included as the B-side to her massive selling "Hey Mickey" single.


Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Δημοσθένης Κούρτοβικ: Η μανία του Κωστή Παπαγιώργη

Αναδημοσίευση άρθρου του Δημοσθένη Κούρτοβικ ("ΤΑ ΝΕΑ", 19.07.2003) στο οποίο μιλά για τη ζωή και το έργο του Κωστή Παπαγιώργη (07.11.1947 - 21.03.2014). Οι επισημάνσεις είναι του μυστήριου τρένου.
 

Όπου ο λάθος δρόμος είναι ο σωστός.


Έχω μια προκατάληψη που, όπως υποψιάζομαι, μοιράζομαι με τον Κωστή Παπαγιώργη: πιστεύω πως για να γράψεις σωστά, πρέπει να έχεις ζήσει λάθος. Φυσικά, δεν υπάρχει κανένα λογικό επιχείρημα υπέρ μιας τόσο απόλυτης θέσης. Είπαμε, για προκατάληψη πρόκειται. Ωστόσο, ακόμη περιμένω από την παρατήρηση να άρει τη δυσπιστία μου όχι μόνο για τις εκφραστικές ικανότητες, αλλά και για το ψυχικό βάθος ανθρώπων που τους ήρθαν όλα δεξιά στη ζωή τους, που έκαναν πάντα τις σωστές επιλογές, που είχαν πάντα δίκιο, που διαπλάστηκαν μόνο με εκλεκτές εμπειρίες. Ως τότε, θα προσυπογράφω την άποψη του Παπαγιώργη ότι «Αν δεν πάθεις δεν μαθαίνεις. Οι δυστυχίες φτιάχνουν τον άνθρωπο. Με τον πόνο οι χαρακτήρες εξευγενίζονται, αντίθετα τα στραβόξυλα εξαχρειώνονται».

http://blogs.sch.gr/2pplalogo/files/2013/03/Papagiorgis1.jpg
Ο Παπαγιώργης πήρε τη ζωή του λάθος και το ομολογεί με μια ειλικρίνεια ασυνήθιστη, σχεδόν μοναδική για Έλληνα διανοούμενο, αν και δεν θα κινδύνευε να κατηγορηθεί για αυτοεπιείκεια αν πρόσθετε ότι πολύ συχνά οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι εξαρχής για τέτοια λάθη. Εν πάση περιπτώσει, η καλή μέρα δεν φαίνεται από το πρωί, αλλά ήδη από τα χαράματα, όταν ακόμη αντικρίζουμε τον κόσμο αγουροξυπνημένοι: «φιλάσθενο, μίζερο, προβληματικό παιδί», όπως λέει ο ίδιος, με το αίσθημα (που το απολάμβανε κιόλας) ότι είναι «υπεράριθμος, παιδί του Καιάδα», φοβερά ανορθόγραφος (μολονότι γιος αυστηρού δάσκαλου), αριστερόχειρας, που πλήρωσε την καταναγκαστική στροφή στη δεξιοχειρία με βραδυγλωσσία. Φοιτητής στο Παρίσι, αργότερα, ενώ γύρω του βουίζει ο Μάης του '68, κλείνεται σε μια σοφίτα και διαβάζει μανιωδώς φιλοσοφικά συγγράμματα, που «απαλλοτριώνει» από τα βιβλιοπωλεία. «Τόσο πιεστικά και τόσο άγονα δεν ξαναδιάβασα ποτέ στη ζωή μου», λέει σήμερα. Καρπός αυτής της φάσης θα είναι δυο μελέτες, για τον Πλάτωνα και τον Χάιντεγκερ, τις οποίες έχει εδώ και καιρό αποκηρύξει, γιατί, όπως είπε σε πρόσφατη συνέντευξή του στο Διαβάζω, «όταν διάβασα το βιβλίο [για τον Χάιντεγκερ] και κατάλαβα ότι εγώ απουσίαζα, πήρα όρκο ότι θα μετανοήσω».

H μετάνοιά του, αλλά περισσότερο ίσως το αίσθημα ότι «απουσίαζε» γενικά, διαλύεται στο αλκοόλ, που τον απαλλάσσει και από το πρόβλημα της βραδυγλωσσίας, τον φέρνει όμως, κοντά στα σαράντα του, ένα βήμα από τον τάφο. Και τότε όλα αλλάζουν. Ο Παπαγιώργης κέρδισε τελικά τη μάχη για τη ζωή (μα, τον ακούω να λέει, ποιος κέρδισε ποτέ τελικά αυτή τη μάχη;) και τα ελληνικά γράμματα κέρδισαν τον σημαντικότερο δοκιμιογράφο που έβγαλαν τα τελευταία πενήντα χρόνια. Τρόπος του λέγειν «έβγαλαν», γιατί τον συγγραφέα Παπαγιώργη δεν τον βύζαξαν τα ελληνικά γράμματα, αλλά τα παθήματά του, ο λάθος δρόμος που λέγαμε.

Ο σωστός δρόμος που βρήκε ο Παπαγιώργης για να εκφραστεί είναι η μακριά σειρά των ανθρωπολογικών δοκιμίων του, που αρχίζει, χαρακτηριστικά, με το Περί μέθης (1987), ίσως το γνωστότερο βιβλίο του, αν και πολλοί θεωρούν ότι το καλύτερο είναι, εξίσου χαρακτηριστικά, η μελέτη του για τον Ντοστογέφσκι. Όλα αυτά τα βιβλία είναι γραμμένα με συναρπαστικό τρόπο, γιατί ο συγγραφέας τους ακολουθεί μια αρχή την οποία διατυπώνει τέλεια στη συνέντευξή του στο Διαβάζω: «Δεν υπάρχει κάποιο πνευματικό ζήτημα που να μην μπορεί να εκτεθεί δραματικά - ακόμα και ένα πρόβλημα γεωμετρίας». Δραματικό δεν είναι μόνο το σχέδιο ανάπτυξης, αλλά και το ύφος: ο Παπαγιώργης αποφεύγει σχολαστικά την ξεθυμασμένη φρασεολογία του κοινόχρηστου λόγου, άλλο τόσο σχολαστικά όμως αποφεύγει την αφηρημένη, πομπώδη αλλά άσαρκη ακαδημαϊκή ορολογία, και η γλώσσα του έχει πολύ συχνά μια διαβρωτική λαϊκή εκφραστικότητα. Με τέτοια εκθαμβωτικά συγγραφικά προσόντα, βέβαια, ήταν μάλλον επόμενο να προσεχτεί λιγότερο ο «σκληρός πυρήνας» της σκέψης του Παπαγιώργη.

H οποία σκέψη επικεντρώνεται στις σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης συμπεριφοράς, στην «ανάποδη των ανθρώπων». Οι ίδιοι οι τίτλοι ή υπότιτλοι των πρώτων «γνήσιων» έργων του είναι ενδεικτικοί: Περί μέθης, Το πάθος της ζηλοτυπίας, Οι ξυλοδαρμοί ή Μισανθρωπίας προλεγόμενα. Ουσιαστικά ο Παπαγιώργης βυθοσκοπεί το Κακό, και καλά κάνει. Όπως λέει ο ίδιος, «η ευτυχία δεν έχει βαθύτητα», γι' αυτό η σημαντική λογοτεχνία δεν ασχολείται μαζί της (κάτι για το οποίο παραπονιόταν, άδικα όμως, προς το τέλος της ζωής του ο αγαπημένος φίλος του Παπαγιώργη Χρήστος Βακαλόπουλος). Οι ανομολόγητες, οι αθέμιτες παρορμήσεις της ανθρώπινης ψυχής κρύβουν βασικότερες, συμπαγέστερες και σταθερότερες αλήθειες για τη φύση της, όσο δυσάρεστο και αν είναι αυτό. Ο λάθος δρόμος στη ζωή είναι ευεργετικός για τη δουλειά του συγγραφέα επειδή περνάει ακριβώς μέσα από τέτοιες αλήθειες, τις οποίες η ρηχή συνείδηση αγνοεί και η αχρεία συνείδηση δεν μπορεί να δει, γιατί τις ενσαρκώνει.

O Παπαγιώργης, όμως, μοιάζει να το πάει πιο μακριά. «Ποτέ δεν πίστεψα», λέει, «ότι ένας άνθρωπος εννοεί πράγματι αυτό που λέει, ή ότι αισθάνεται πράγματι αυτό που αισθάνεται. H συνείδηση δεν έχει ουδεμία σχέση με την ευθύτητα». Σ' αυτό αναγγέλλεται όχι απλώς μια δυσπιστία, αλλά μια σχεδόν ιδεοληπτική άρνηση της δυνατότητας για επικοινωνιακή ειλικρίνεια, η πεποίθηση ότι πίσω από κάθε τι που φαίνεται θετικό και ευγενές κρύβεται κάτι αρνητικό και ευτελές, ότι το Κακό είναι η μόνη αλήθεια στον κόσμο και όλα τα άλλα αποτελούν «παρελκυστικές κινήσεις, ψυχικά μασκαρέματα».

Από εδώ ώς τον κυνισμό δεν μένει παρά ένα βήμα. Έγραψα παλιότερα ότι στον Παπαγιώργη διακρίνει κανείς έναν κάποιο κυνισμό και μια αφ' υψηλού αντιμετώπιση της ανθρώπινης αγωνίας. Κομμάτι σοφότερος στο μεταξύ κι εγώ, αποσύρω εκείνο το «αφ' υψηλού» κ.λπ., γιατί ένας πονεμένος άνθρωπος (ο Παπαγιώργης είναι πολύ πονεμένος) δεν βλέπει ποτέ αφ' υψηλού τους άλλους, κι επιμένω για τον κυνισμό, διευκρινίζοντας όμως ότι το βήμα του Παπαγιώργη προς αυτόν μένει μετέωρο. Ο κυνικός είναι ένας απελπισμένος που θέλει να εκδικηθεί την πραγματικότητα προσπαθώντας να φαίνεται χειρότερός της. Ο Παπαγιώργης, για την ώρα, κάνει απλώς πως δέχεται τους όρους της: συμπεριφέρεται συμβατικά.

Δεν θέλω, ούτε είμαι σε θέση, να κάνω το ψυχογράφημά του (άλλωστε, ελάχιστα τον γνωρίζω προσωπικά). Υποπτεύομαι, όμως, πως εδώ βρίσκεται, τουλάχιστον κατά ένα μέρος, η εξήγηση της παράδοξης, για έναν άνθρωπο με τέτοια φιλοσοφία, προσήλωσής του στις παρέες και στις εξωστρεφείς διασκεδάσεις. Έτσι τείνω να εξηγήσω επίσης την, όχι λιγότερο παράδοξη, στροφή του προς τον ελληνικό «αυτοχθονισμό», η οποία εγκαινιάζεται συγγραφικά το 1997, με τη μελέτη του για τον Παπαδιαμάντη, και συνεχίζεται με τα δύο πρόσφατα δοκίμιά του για την Ελληνική Επανάσταση.

Εκείνο που τράβηξε τον Παπαγιώργη στον Παπαδιαμάντη δεν είναι η ορθοδοξία, αλλά το πνεύμα της μικρής κοινότητας, όπως την περιγράφει ο Σκιαθίτης. Μιας κοινότητας όπου οι μικρές ανθρώπινες αδυναμίες αντιμετωπίζονται με επιείκεια και κατανόηση, ενώ οι μεγάλες αμαρτίες είναι αδιανόητες, γιατί είναι άγνωστη η ύβρις της εξατομικευμένης συνείδησης, της απομάκρυνσης από το κοινοτικό ήθος. Ο Παπαγιώργης πιστεύει, μαζί με τον Τέλλο Άγρα, ότι ο Παπαδιαμάντης ήθελε έναν «ελληνισμό χωρίς εθνισμό», δηλαδή μια ιθαγενή ταυτότητα χωρίς εθνική ιδεολογία. H Επανάσταση του 1821 υπήρξε μια καταστροφή (ιστορικά αναπόφευκτη), γιατί, με μοχλό το ιδεολόγημα της αποκατεστημένης επαφής με τον πολιτισμό των «αρχαίων ημών προγόνων», προώθησε στη θέση του υγιούς ιθαγενούς κοινοτισμού ένα κράτος κακέκτυπο των δυτικών εθνικών κρατών και στη θέση του αυθεντικού ντόπιου ανθρώπου έναν τύπο Έλληνα που ήταν και παραμένει καρικατούρα του Ευρωπαίου πολίτη.

Εδώ ο Παπαγιώργης μπερδεύεται κάπως, ακριβώς επειδή παραείναι έξυπνος και σκεπτικιστής για να μην υποψιάζεται πως και αυτή η θέση αποτελεί ιδεολόγημα. Αν ο ιθαγενής κοινοτισμός ήταν τόσο υγιής, γιατί ήταν ιστορικά αναπόφευκτο να σαρωθεί; Ο Παπαγιώργης οργίζεται μεν για την απαξιωτική στάση που διαμορφώθηκε απέναντι σε κάθε τι το ντόπιο, για την περιφρόνηση προς τον «ρωμιό» ως άνθρωπο πέμπτης κατηγορίας, ως τουρκομαθημένο υπάνθρωπο. Αλλά όταν ο Κωνσταντίνος Θέμελης τον ρωτάει μήπως αυτή είναι η αλήθεια για τον ρωμιό, απαντάει: «Πιθανότατα».

Προσθέτει, βέβαια, ότι «τότε με ευρωπαϊκά εμβόλια και καταβολάδες δεν φτιάχνεις κοινωνία». Τι γίνεται, όμως, αν πρέπει να τη φτιάξεις, γιατί δεν έχεις άλλη ιστορική επιλογή; Με τέτοιες καταβολάδες και με αντίστοιχα ιδεολογήματα φτιάχτηκαν αρκετά άλλα έθνη που προχώρησαν περισσότερο από εμάς, τόσο ώστε να μην έχουν πια ανάγκη τη διαρκή αναφορά στους ιδρυτικούς μύθους τους. Ο ίδιος ο Παπαγιώργης, μιλώντας στο Διαβάζω για τον προτεσταντισμό, λέει ότι ήταν μια επανάσταση ανυπολόγιστα μεγαλύτερη από τη γαλλική, διότι «στρέφει τον άνθρωπο προς την εργασία και του χαρίζει ένα αχανές αυτεξούσιο, [οπότε] αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε γιατί οι προτεστάντες πρόκοψαν τόσο πολύ, ενώ οι ορθόδοξοι της Ανατολής - στη Ρωσία για παράδειγμα - παγιδεύτηκαν». Όχι μόνο στη Ρωσία, αλλά και στην Ελλάδα του Παπαδιαμάντη.

Πρόκειται ακριβώς για το πρόβλημα που συνειδητοποίησε ο Στέλιος Ράμφος, και προσπαθεί από τότε να βρει στην ορθόδοξη παράδοση στοιχεία που θα μπορούσαν να ευνοήσουν έναν επαναστατικό πνευματικό αναπροσανατολισμό ανάλογο εκείνου που επέφερε ο προτεσταντισμός. Ο Παπαγιώργης αντιλαμβάνεται πολύ καλά το δίλημμα, όπως δείχνουν οι αντιφατικές δηλώσεις του που παρέθεσα. Αλλά ανάμεσα σε δύο ιδεολογήματα, ένα εκσυγχρονιστικό κι ένα παραδοσιοκρατικό, προτιμά εκείνο που δεν αφήνει περιθώρια για επικίνδυνες περιπλανήσεις μιας ξεμοναχιασμένης συνείδησης, από τις οποίες τόσα και τόσα τράβηξε ο ίδιος. Αυτό είναι το σημείο συμβολής της προσωπικής περιπέτειάς του με τις περιπέτειες των ιδεών στη σύγχρονη Ελλάδα.

Το είπα και πρόσφατα, με αφορμή αυτό το βιβλίο: σημασία δεν έχει τόσο τι λένε οι άνθρωποι όσο γιατί το λένε. Οι απαντήσεις που δίνει ο Παπαγιώργης έχουν λιγότερη σημασία από τη γενεαλογία των ερωτήσεων τις οποίες αναγκάστηκε να θέσει στον εαυτό του. Και κανένας Έλληνας στοχαστής δεν μίλησε ώς τώρα με τόση παρρησία, τόση διεισδυτικότητα και τόση μαεστρία για ένα τόσο πολύπλοκο και τόσο ερεβώδες θέμα.