Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρθρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρθρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

Γιατί μας αρέσει η μουσική


Η έλξη που ασκεί πάνω μας η μουσική είναι γνωστή από αρχαιοτάτων χρόνων. Μόλις πρόσφατα όμως άρχισαν να γίνονται κατανοητοί οι βιολογικοί μηχανισμοί με τους οποίους γίνεται αυτό κατορθωτό.


Το 2007 νευροβιολόγοι της ιατρικής σχολής του πανεπιστημίου του Στάνφορντ πραγματοποίησαν μια μελέτη που απέδειξε πως η μουσική ακρόαση ενεργοποιεί περιοχές του εγκεφάλου σχετιζόμενες με την εστίαση της προσοχής, τη δημιουργία προβλέψεων και την τακτοποίηση των παραστάσεων στη μνήμη. Στα ευρήματα περιλαμβανόταν επίσης η διαπίστωση πως η μουσική βοηθά τον εγκέφαλο να οργανώσει τις προσλαμβανόμενες πληροφορίες.

Εμβαθύνοντας περαιτέρω στο συγκεκριμένο ερευνητικό πεδίο μια ομάδα Φιλανδών επανήλθε το 2011 δημοσιεύοντας στο επιστημονικό περιοδικό “NeuroImage” μια μελέτη σύμφωνα με την οποία κατά την ακρόαση μουσικής που ο ακροατής θεωρεί «ευχάριστη» ο εγκέφαλος εκκρίνει τον νευροδιαβιβαστή ντοπαμίνη και στέλνει μηνύματα ευχαρίστησης στο υπόλοιπο σώμα.


Η ντοπαμίνη είναι μια χημική ουσία που εμπλέκεται τόσο στην παρακίνηση όσο και στον εθισμό, πράγμα που σημαίνει πως ο άνθρωπος βρίσκει ελκυστική τη μουσική για τον ίδιο λόγο –και μέσα από τον ίδιο βιοχημικό μηχανισμό- που βρίσκει ελκυστικό το σεξ, τα τυχερά παιχνίδια, το γευστικό φαγητό, τις ουσίες. Παραμένει ωστόσο εντυπωσιακό το γεγονός ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει εξελιχθεί έτσι ώστε να «ανταμείβει» τον υπόλοιπο οργανισμό με αισθήματα απόλαυσης όχι μόνο για εμπειρίες υλικές (φαγητό, σεξ) αλλά και εντελώς αφαιρετικές, πολυσύνθετες και άυλες, όπως είναι η μουσική.


Από τα ανωτέρω, μάλιστα, προκύπτει πως το αισθητικό ερέθισμα της μουσικής μπορεί να έχει πάνω στον ακροατή μια ήπια εθιστική δράση (αν κι αυτό είναι κάτι που ήδη το ξέραμε εμπειρικά).

Πέρα από την αποτύπωση της στενής συσχέτισης μεταξύ έκκρισης ντοπαμίνης και μουσικής απόλαυσης, διαπιστώνεται πως ακόμα και η προσμονή της ακρόασης ενός αγαπημένου κομματιού (χωρίς να έχει σημασία το είδος –μουσική κλασική, ποπ κ.λπ), αρκεί για να ενεργοποιήσει τον εγκεφαλικό μηχανισμό παραγωγής ντοπαμίνης και να αποδώσει το συνακόλουθο αίσθημα ευεξίας (κι ας θυμηθούμε εδώ, από τις εμπειρίες τις προσωπικές μας, την ένταση των αντίστοιχων συναισθημάτων στις περιπτώσεις εκείνες που προσεγγίζαμε με φτερά στα πόδια ένα συναυλιακό χώρο για την εμφάνιση κάποιου πολύ αγαπημένου μας καλλιτέχνη).


Τα ευρήματα αυτά προσφέρουν μια βιολογική εξήγηση στο γιατί η μουσική παίζει τόσο σημαίνοντα ρόλο σε όλα τα έντονης συναισθηματικής φόρτισης γεγονότα των κοινωνικών ομαδοποιήσεων σε όλες τις πολιτιστικές παραδόσεις, με αδιάρρηκτη συνέχεια το ξεκίνημα της ανθρώπινης ιστορίας μέχρι και σήμερα.

Με λεπτομέρειες αναδείχθηκε και ο τρόπος με τον οποίο η μουσική επηρεάζει όλο το νευρικό μας σύστημα· συγκεκριμένα οι επιστήμονες κατέγραψαν την απόκριση του εγκεφάλου κατά την ακρόαση ενός κομματιού σύγχρονου αργεντίνικου τάνγκο, με τεχνολογία μαγνητικής απεικόνισης που ονομάζεται «λειτουργική απεικόνιση μαγνητικού συντονισμού» (fMRI). Ακολούθως, με χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και ειδικά σχεδιασμένους αλγόριθμους επεξεργασίας, έγινε ανάλυση του μουσικού περιεχομένου του συγκεκριμένου κομματιού και αποτυπώθηκε ο τρόπος με τον οποίο μεταβάλλεται το ρυθμικό, τονικό και ηχοχρωματικό περιεχόμενο της μουσικής με την εξέλιξη της σύνθεσης.

Συγκρίνοντας τις μεταβολές στο μουσικό περιεχόμενο με τις συνακόλουθες μεταβολές της αιμοδυναμικής δραστηριότητας στον εγκέφαλο των ακροατών οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα νευρικά κυκλώματα που ενεργοποιούνται κατά την ακρόαση της μουσικής δεν περιορίζονται στις περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την ακοή αλλά επεκτείνονται σε ένα μεγάλης κλίμακας νευρικό δίκτυο.
Για παράδειγμα ανακάλυψαν ότι κατά την επεξεργασία του ρυθμού ενεργοποιούνται περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την κίνηση, επαληθεύοντας την υπόθεση πως μουσική και κίνηση είναι στενά συνδεδεμένες.

Μεταιχμιακές περιοχές του εγκεφάλου, που είναι γνωστό ότι σχετίζονται με τα συναισθήματα, διαπιστώθηκε πως συμμετέχουν στην επεξεργασία της τονικότητας και επίσης του ρυθμού, η δε επεξεργασία των ηχοχρωμάτων συσχετίστηκε με ενεργοποίηση του λεγόμενου «δικτύου αυτόματης λειτουργίας» (default mode network) το οποίο σχετίζεται με την ονειροπόληση και τη δημιουργικότητα.


Αναγνώσματα που προτείνονται για περαιτέρω τριβή με το θέμα είναι το βιβλίο “This Is Your Brain On Music” (Plume/Penguin, 2007) του νευροβιολόγου Daniel J. Levitin, που αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο ο ανθρώπινος εγκέφαλος ερμηνεύει και επεξεργάζεται τα μουσικά χαρακτηριστικά, καθώς επίσης η έκδοση «Μουσικές Βιταμίνες» (Fagotto, 2004) του μουσικού και ερευνητή Ηλία Σακαλάκ, με στοιχεία μουσικής ιατρικής και μουσικής ψυχολογίας περί της μουσικής ακρόασης και των επιδράσεών της.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η δημοσίευση του Jack H. David Jr. “The Two Sides of Music” που πραγματεύεται το διαφορετικό τρόπο με τον οποίο εμπλέκονται στην επεξεργασία της μουσικής ακρόασης τα εγκεφαλικά ημισφαίρια και τις διαφορές αντίληψης μεταξύ ακροατών με και χωρίς μουσική παιδεία.

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

Αναζητώντας Ήρωες



“Τι συνέβη, άραγε, στους ήρωες; Δεν υπάρχουν ήρωες πια…” τραγούδησε για πρώτη φορά το 1977 ο Hugh Cornwell μαζί με τους Stranglers. Και είχε βέβαια δίκιο· όχι μόνο για τότε αλλά και για μετά.


Μεταξύ των πολλών κοινωνικών μετασχηματισμών του τέλους του 20ου αιώνα ιδιαίτερα ξεχώρισε η σταδιακή εξαφάνιση του ήρωα, του σύγχρονου εκείνου κοινωνικού αρχέτυπου που εκφράζεται μέσω της φυσιογνωμίας και της προσωπικότητας χαρισματικών μελών της ομάδας, που με τα επιτεύγματά τους, και μέσω της δυναμικής του μύθου που, κατά κανόνα, υπηρετούν, λειτουργούν αφενός ως πρότυπα και αφετέρου ως μέσα πολιτιστικής ενσωμάτωσης των νεότερων μελών της εκάστοτε κοινότητας στην οποία δραστηριοποιούνται.
Στο πεδίο του ρον εν ρολ –με άλλα λόγια, της ηλεκτρικής μουσικής των δεκαετιών από το 1950 και μετά– οι ήρωες και οι ηρωίδες έπαιξαν κομβικό ρόλο στην παγκόσμια διάδοση και καθιέρωση του πρώτου στην ιστορία μουσικού στυλ που δημιουργήθηκε από- και για- τη νεολαία. Πέρα από τα επιτεύγματά τους σε όρους καλλιτεχνικής δημιουργίας και διαμόρφωσης αισθητικής πρότασης οι ροκ εν ρολ ήρωες αναδείχθηκαν σε πρόσωπα λατρείας μιας ιδιότυπης νεολαιίστικης «θρησκείας» και σε καταλύτες των εξελίξεων όχι μόνο στο χώρο της μουσικής αλλά, συχνά, και στους συνδεδεμένους χώρους της κοινωνίας και της πολιτικής.


Κοινή είναι ωστόσο η διαπίστωση πως οι ροκ εν ρολ ήρωες φθίνουν.
Τα 1950s είχαν τον Elvis Presley.
Τα 1960s τους Beatles (που εξακολουθούν να είναι το συγκρότημα με τις μεγαλύτερες πωλήσεις όλων των εποχών) και τους Rolling Stones (που μέχρι πρόσφατα οι συναυλίες και οι περιοδείες τους έσπαγαν το ένα ρεκόρ μετά το άλλο).
Τα 1970s ανέδειξαν τους Pink Floyd, τα άλμπουμ των οποίων δεν έχουν σταματήσει να πουλάνε μέχρι σήμερα.
Τα 1980s είχαν τους U2, αλλά επίσης τη Madonna και τον Michael Jackson, καλλιτέχνες που γνώρισαν μεγάλη παγκόσμια επιτυχία υπηρετώντας –για πρώτη φορά- μουσικά στυλ πέραν του rock.
Τα είδωλα των 1990s ήταν ήδη χλωμά σε σχέση με τους προκατόχους τους: Η pop και τα rhythm & blues πέρασαν ξεκάθαρα στο προσκήνιο (Mariah Carey, Whitney Houston, Celine Dion), τα ευπώλητα rock άλμπουμ κυκλοφόρησαν από ονόματα με σύντομη καλλιτεχνική τροχιά (Alanis Morissette, Hootie & the Blowfish) ενώ ονόματα που κέρδισαν την εύνοια της κριτικής και των ΜΜΕ, όπως ήταν οι Radiohead, δεν κατάφεραν να πετύχουν μαζική αναγνώριση ή, πολύ περισσότερο, να εμπνεύσουν κοινωνικά ρεύματα.
Ακόμα και τα μεγαλύτερα ονόματα μεταξύ των καλλιτεχνών που εμφανίστηκαν τα τελευταία δέκα-είκοσι χρόνια απέχουν πάρα πολύ από τα είδωλα των 1950s και των 1960s σε κάθε διάσταση: αναγνωρισιμότητας, εμπορικής επιτυχίας, καθολικής αποδοχής, εκτίμησης για το σύνολο του έργου τους.

Αναζητώντας τα αίτια πίσω από την άνοδο και στην πτώση του ροκ εν ρολ ήρωα ανατρέχουμε στην προσέγγιση του Καναδού Marshall McLuhan, ο οποίος με το διάσημο αφορισμό του «τα Μέσα δημιούργησαν το μήνυμα» πρώτος διαπίστωσε πως τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός Μέσου Ενημέρωσης ενσωματώνονται στο μήνυμα που αυτό μεταφέρει δημιουργώντας μια συμβιωτική σχέση, μέσω της οποίας το Μέσο επηρεάζει αποφασιστικά τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτό το μήνυμα.

Η ακμή και η παρακμή του ήρωα συνδυάστηκε με τον τρόπο έκθεσης του κοινού στις πληροφορίες. Οι γενιές ακροατών και μουσικόφιλων που μεγάλωσαν τις δεκαετίες του 1950, του 1960, του 1970 ενημερώνονταν από –κυρίως κρατικά– ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά προγράμματα που εκπέμπονταν σε μέρες και ώρες συγκεκριμένες και ίδιες για όλη τη χώρα.
Ο μαζικός και συντεταγμένος τρόπος έκθεσης του κοινού σε ένα ίδιο για όλους εύρος πληροφοριών και υποβαλλόμενων συναισθημάτων οδηγούσε σε έναν λίγο-πολύ ομοιόμορφο τρόπο (συν)αντίληψης τόσο των θεμάτων της επικαιρότητας όσο και του ρόλου των πρωταγωνιστών της, των, εν δυνάμει, ηρώων.
Η συγκεκριμένη, με άλλα λόγια, λειτουργία των Μέσων διευκόλυνε την ανάδειξη ηρώων.


Στην πορεία, ωστόσο, τα πράγματα στα Μέσα άλλαξαν άρδην. Τάχιστα –και ειδικότερα από την έλευση του διαδικτύου και μετά, αστραπιαία–, η κοινωνία πέρασε στην εποχή της ζωντανής, σε 24ωρη βάση, ειδησεογραφικής κάλυψης και ενημέρωσης, με τον ακροατή/θεατή να έχει πρόσβαση στα νέα και στο περιεχόμενο τη στιγμή ακριβώς που εκείνος επιθυμεί και όχι την προκαθορισμένη ώρα εκπομπής, όπως συνέβαινε παλαιότερα.
Η ομοιογενής συλλογική απορρόφηση της πληροφορίας, και η συντονισμένη απόκριση σε αυτή, χάθηκε για πάντα καθώς ο κάθε ακροατής/θεατής κοινωνούσε την πληροφορία σε διαφορετικό χρόνο, και με διαφορετικά τρόπο, από κάθε άλλο μέλος της κοινότητας. Το αποτέλεσμα ήταν τα Μέσα να χάσουν τη δύναμη να υποβάλλουν –ή, υπό προϋποθέσεις, και να επιβάλουν- ήρωες.

Ίσως πάλι το «παγκόσμιο χωριό» (ένας ακόμη όρος που χρωστάμε στον McLuhan) και η «δημοκρατική» δυνατότητα πρόσβασης στις πληροφορίες για όλους, από παντού, που εξασφάλισε η νέα ψηφιακή εποχή, να κυοφορούν πλέον ήρωες νέου τύπου που δεν θα αργήσουν να φανούν· εκτός κι αν είναι ήδη παρόντες αλλά εμείς πρέπει να εκπαιδευτούμε με ένα τρόπο νέο, ώστε να τους αναγνωρίζουμε.

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011

Ο «ήσυχος Beatle»


Ο Martin Scorsese είναι γνωστός για την ιδιαίτερη σχέση του με τη rock μουσική. Φιλμ όπως το "The Last Waltz" (1977, καταγραφή της αποχαιρετιστήριας συναυλίας που έδωσαν οι The Band με καλεσμένους την αφρόκρεμα των μουσικών της τότε εποχής) και τα αφιερώματα στον Bob Dylan "No Direction Home" (2005) και στους Rolling Stones "Shine A LIght" (2008) κατέχουν μια περίοπτη θέση στην εργογραφία του.


Πρόσφατα, ο βραβευμένος με Όσκαρ Αμερικανός σκηνοθέτης ολοκλήρωσε ένα νέο κινηματογραφικό πόνημα εμπνευσμένο από ένα ακόμα μουσικό του ίνδαλμα, τον πρόωρα εκλιπόντα George Harrison, κιθαρίστα και τραγουδοποιό διάσημο τόσο για τη θητεία του στους θρυλικούς Beatles όσο και για την προσωπική του καριέρα. Τίτλος τού διάρκειας 3,5 ωρών φιλμ είναι "Living In The Material World", δανεισμένος από το ομότιτλο σόλο άλμπουμ του Harrison που κυκλοφόρησε το 1973.

Το γενναιόδωρο σε διάρκεια ντοκιμαντέρ έκανε πρεμιέρα στις 5 Οκτωβρίου στο αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο HBO και μια μόλις εβδομάδα μετά, καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές, προβάλλεται ήδη σε αθηναϊκή αίθουσα (όσο να 'ναι τα έχει και τα καλά της η παγκοσμιοποίηση...).
Στη διάρθρωση της ταινίας και στην επιτυχία του τελικού αποτελέσματος σημαντική είναι η συνεισφορά της χήρας του Harrison, Olivia (η οποία επίσης συνυπογράφει την παραγωγή) και μιας πολυμελούς ομάδας από επώνυμους φίλους και συνεργάτες (τα δυο εν ζωή "Σκαθάρια" Paul McCartney και Ringo Starr, ο Eric Clapton, ο Phil Spector, ο Tom Petty, η Yoko Ono κ.ά.) οι οποίοι καταθέτουν μνήμες, εμπειρίες και κρίσεις από τη ζωή τους μαζί του.

Το οπτικό και ακουστικό υλικό είναι άφθονο, συχνά καταιγιστικό, αποτέλεσμα συστηματικής έρευνας από μια στρατιά συνεργατών σε όλα το διαθέσιμα αρχεία, συμπεριλαμβανόμενων προσωπικών μαγνητοσκοπήσεων του ίδιου του Harrison, που πλέον αποτελούν οικογενειακό κειμήλιο. Τις συνεντεύξεις τις κάνει όχι ο ίδιος ο Scorsese αλλά ο στενός συνεργάτης του Warren Zanes ενώ σημαντική είναι η βοήθεια που προσφέρει στο σκηνοθέτη και ο David Tedeschi, παραγωγός που συρράπτει και συνθέτει τα οπτικοακουστικά μέρη σε ένα λειτουργικό και συναφές "όλον".
Η εξέλιξη της δράσης παρακολουθεί την πορεία του Harrison ως καλλιτέχνη και διανοητή με ενότητα χρόνου, ξεκινώντας από την παιδική του ηλικία. Χωρίζεται σε δυο μέρη.


Το πρώτο μέρος, με διάρκεια λίγο μεγαλύτερη από 90 λεπτά, καλύπτει το διάστημα της νεότητας και της θητείας στους Beatles. Παρατίθενται συνομιλίες με το γιό του Harrison, Dhani, και με το συνεργάτη του στην κινηματογραφική εταιρεία Handmade Films, Ray Cooper, φωτογραφίες από τα πρώτα βήματα των Beatles στο Αμβούργο, και ασφαλώς λάιβ μαγνητοσκοπήσεις των Beatles καθώς έφταναν στο απώγειο της καριέρας τους, όταν -κατά τη διαβόητη φράση του Lennon- έγιναν "διασημότεροι από το Χριστό". Επίσης έγιναν βαθύπλουτοι, πέρα από κάθε φαντασία. Όλα ωστόσο συνέβησαν τόσο γρήγορα που μέσα τους παρέμεναν βασανισμένα παιδιά. Σε μια τηλεοπτική συνέντευξη εκείνης της περιόδου ο Harrison δηλώνει: "Αποκτώντας χρήματα διαπιστώσαμε πως το χρήμα δεν δίνει απαντήσεις". Κι εκεί είναι η αφετηρία μιας αέναης εσωτερικής αναζήτησης που οδήγησε σε πειραματισμούς με τα ψυχωδηλωτικά, τις θρησκείες της Ανατολής, το διαλογισμό, την ινδική μουσική.

Το δεύτερο μέρος ξεκινά από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, λίγο πριν τη διάλυση των Beatles, και καλύπτει γεγονότα σημαντικά όσο τα προσωπικά άλμπουμ του Harrison, το κονσέρτο για το Μπαγκλαντές, τη συνεργασία με την κολεκτίβα των Monty Python, τη δολοφονία του Lennon το 1980, το σχηματισμό των Traveling Wilburys το 1988 (το «σούπερ γκρουπ» με μέλη τους Harrison, Bob Dylan, Jeff Lynne, Roy Orbison, Tom Petty και Jim Keltner) την επίθεση εναντίον του και τον τραυματισμό του με μαχαίρι το 1999, το θάνατό του από καρκίνο στις 29 Νοεμβρίου του 2001.

Ως ραχοκοκαλιά και συνεκτικός ιστός όλου του φιλμ λειτουργεί η αναζήτηση της πίστης και, στο τελευταίο μέρος της ζωής του Harrison, η προετοιμασία για το θάνατο και η συμφιλίωση με την ιδέα του ή, όπως ο ίδιος το έθετε, "η εξάσκηση για την αναχώρηση από το σώμα".
 

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2011

Γιατί "Μυστήριο Τρένο";


Train train, comin' 'round, 'round the bend

Σωστό είναι να κάνουμε τις συστάσεις.

“Mystery Train” είναι ο τίτλος ενός τραγουδιού των Herman (Junior) Parker και Sam Phillips που έκανε επιτυχία ο Elvis Presley το 1955. 





Ήταν το τελευταίο σινγκλ που ηχογράφησε για την ιστορική δισκογραφική του Μέμφις Sun Records. Ταυτόχρονα υπήρξε η πρώτη του κυκλοφορία που ανέβηκε στο Νο.1 του πίνακα επιτυχιών, ανοίγοντας το δρόμο για το συμβόλαιο συνεργασίας του με την RCA, την ακόλουθη τεράστια επιτυχία του και την ευρύτατη διάδοση του rock ‘n’ roll.


Δεν είναι τυχαίο που ο Greil Marcus δίνει, συμβολικά, τον ίδιο τίτλο με το τραγούδι εκείνο στο βιβλίο του “Mystery Train” (Plume, 1975), ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί ποτέ με αφορμή και αντικείμενο το ροκ.





“Mystery Train” είναι επίσης ο τίτλος του φιλμ που γύρισε το 1989 ο Jim Jarmusch με βασικό άξονα της πλοκής την εμμονή ενός ζευγαριού νεαρών Απωανατολιτών με την Αμερική της δεκαετίας του 1950 και τη δυτική κουλτούρα έτσι όπως εκφράστηκε –και μυθοποιήθηκε– μέσω του rock ‘n’ roll.

Συνεπώς ο τίτλος «Μυστήριο Τρένο» μπορεί, μεταφορικά, να δώσει το στίγμα μιας ενότητας περιεχομένου που ψάχνει, φιλτράρει, σχολιάζει,  προτείνει πολιτιστικές εκφράσεις μέσα από «προϊόντα» όπως είναι οι δίσκοι, οι ταινίες, οι συναυλίες, οι εκδόσεις, οι ιντερνετικοί τόποι κλπ προκειμένου να θέσει το πλαίσιο μιας δημόσιας ανάρτησης (και, σε ένα δεύτερο βήμα, συζήτησης), θέμα της οποίας είναι η ζωή με-και-για τη μουσική που αγαπάμε.
Παράλληλα στην ενότητα αυτή θα αναφερόμαστε επιλεκτικά και στις εξελίξεις από το χώρο της μουσικής αλλά και της εκδοτικής βιομηχανίας, κλάδους της επιχειρηματικής δραστηριότητας που είναι αλληλένδετοι με τις πολιτιστικές δράσεις και εξελίξεις.

Υπάρχει βέβαια και μια ακόμα προσέγγιση, με έρεισμα στη «δική μας» αργκό, που μπορεί να έχει ή να μην έχει καταβολή στο τραγούδι του Elvis: Λέγοντας στην καθομιλουμένη «μυστήριο τρένο» (πχ «αυτός ο τύπος είναι μυστήριο τρένο») εννοούμε τον άνθρωπο εκείνο που έχει μια ιδιαίτερη, και ίσως κάπως ανεξιχνίαστη, προσωπικότητα. Δεν είναι απαραίτητα χειρότερος ή καλύτερος από τους υπόλοιπους, είναι όμως διαφορετικός, με αντιλήψεις και ενδιαφέροντα που ξεφεύγουν από το μέσο όρο, από τα συνηθισμένα ή τα αναμενόμενα, ίσως πιο κριτικός και εκλεκτικός στον τρόπο με το οποίο αξιολογεί τα πράγματα, με κεραίες τεντωμένες στην αναζήτηση του νέου, του ασυνήθιστου, του ριζοσπαστικού.
Όπως δηλαδή (θα) είναι και η θεματολογία αυτού του ιστολογίου-οχήματος ειδήσεων και ιδεών, που, έπειτα από ένα διάστημα αποκλειστικής φιλοξενίας στις σελίδες του περιοδικού HiTECH, αφήνεται πλέον ως ψηφιακό μήνυμα στο μπουκάλι στον εξ ορισμού οικείο χώρο του.

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

Τριάντα Χρόνια MTV


Ήταν ένα λεπτό μετά τα μεσάνυχτα του Σαββάτου 1ης Αυγούστου του 1981 όταν ξεκίνησε η πρώτη μετάδοση του MTV, ενός τηλεοπτικού καναλιού με αποκλειστικό περιεχόμενο μουσικά κλιπ σε πρόγραμμα που κάλυπτε 24 ώρες την ημέρα, επτά μέρες τη βδομάδα. Αφού ακούστηκε η λιτή αλλά και περιεκτική εισαγωγή “κυρίες και κύριοι… rock ‘n’ roll!” το πρώτο τραγούδι που μετέδωσε ήταν το “Video Killed The Radio Star” του βρετανικού pop συνόλου Buggles.

Το κοινό στο οποίο στόχευε το MTV ήταν κυρίως έφηβοι και νεαροί ενήλικες, παιδιά που είχαν μεγαλώσει σε ένα προστατευμένο και με πολλές παροχές περιβάλλον και που, στην επιδίωξή τους να διαχωρίσουν τη θέση τους από εκείνη των γονιών τους, αναζητούσαν σημεία αναφοράς που να μπορούν να λειτουργήσουν ως πόλοι ομαδοποίησης και ανάπτυξης ιδιαίτερης κοινωνικής ταυτότητας.
Η ύπαρξη, για πρώτη φορά, ενός μέσου που εξασφάλιζε σημαντική και διαρκή προβολή στα μουσικά βίντεο έδωσε μεγάλη ώθηση στην παραγωγή των βιντεοκλίπ, ανέδειξε ταλαντούχους σκηνοθέτες αλλά και ενθάρρυνε με πολλούς τρόπους τη μετεξέλιξη των μουσικών βίντεο από στοιχειώδεις οπτικοποιήσεις τραγουδιών, που υπήρξαν αρχικά, σε μια νέα μορφή τέχνης με ιδιαίτερη έμφαση στην αισθητική της εικόνας. Παράλληλα πρόσφερε ένα πρώτης τάξης, στοχευμένο και αποτελεσματικό εργαλείο προώθησης ρεπερτορίου στα τμήματα marketing των δισκογραφικών εταιρειών, η βέλτιστη αξιοποίηση του οποίου συνέβαλε πολύ στην επιτυχία συνόλων όπως οι Duran Duran αλλά στη δημιουργία «φαινομένων» όπως η Madonna.
Ξαναδιατρέχοντας νοερά τη μέχρι σήμερα ιστορία του MTV, με αφορμή τα τριακοστά του γενέθλια, ως σημαντικότερες επιτυχίες του θα σημειώναμε τον ουσιαστικό ρόλο που έπαιξε στην προβολή και καθιέρωση μουσικών ρευμάτων όπως το hip-hop (στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980) και το εναλλακτικό rock (τη δεκαετία του 1990) αλλά και την ανάδειξη ενός νέου τύπου τηλεοπτικού παρουσιαστή, του “vj” (“video-jockey”, κατά το “disc-jockey”).
Σε κάποιες από τις στιγμές της ιστορίας του MTV που ξεχώρισαν θα αναφερθούμε στη συνέχεια.

2 Δεκεμβρίου 1983

Λίγους μήνες νωρίτερα το “Billie Jean” του Michael Jackson ήταν ένα από τα πρώτα κλιπ έγχρωμου καλλιτέχνη που προβλήθηκε με μεγάλη συχνότητα επανάληψης στο πρόγραμμα του MTV, όμως το “Thriller” ήταν εκείνο που, στα τέλη του 1983, έδωσε νέα καλλιτεχνική έννοια στον όρο «μουσικό βίντεο», με ένα διάρκειας 13 λεπτών κολάζ από ταινίες τρόμου της δεκαετίας του 1950, που είχε την υπογραφή του σκηνοθέτη John Landis. Στο Βιβλίο Ρεκόρ Γκίνες είναι καταγεγραμμένο ως το πιο επιτυχημένο μουσικό βίντεο στην ιστορία του Μέσου.
Μεταγενέστερα ο Jackson θα συνεργαζόταν επίσης με σκηνοθέτες όπως ο Martin Scorsese (στο βιντεοκλίπ του “Bad”), ο John Singleton (“Remember the Time”), ο Spike Lee (“They Don’t Care About Us”) και ο David Fincher (“Who Is It”) ενώ στον Francis Ford Coppola ανάθεσε τη σκηνοθεσία του “Captain EO”, ενός τρισδιάστατου μιούζικαλ που παίχτηκε στα θεματικά πάρκα της Disney.

1 Ιανουαρίου 1985

Η επιτυχία που σημείωσε η δημιουργία ενός μουσικού καναλιού για τη νεολαία οδήγησε στην απόφαση για το ξεκίνημα ενός «αδερφού» καναλιού για το κοινό των πιο «ώριμων» ηλικιακά ακροατών. Έτσι γεννήθηκε το VH1.

10 Μαρτίου 1986

Το εναλλακτικό rock είχε ελάχιστη παρουσία στο πρόγραμμα του MTV μέχρι που άρχισε η δίωρη εκπομπή “120 Minutes”, στην οποία χρωστά πολλά η άνθιση του “indie-rock” και το πέρασμά του στο κύριο ρεύμα των αρχών της δεκαετίας του 1990.

1989

Στον απόηχο του ανανεωμένου ενδιαφέροντος για τους επηρεασμένους από την folk καλλιτέχνες του τέλους των 1980s έγινε το ντεμπούτο της σειράς “MTV Unplugged” στα επεισόδια της οποίας μουσικοί και σύνολα της ηλεκτρικής μουσικής παρουσίαζαν επιτυχίες τους σε απογυμνωμένες διασκευές, με χρήση αποκλειστικά ακουστικών οργάνων. Αρκετές από αυτές κυκλοφόρησαν στη συνέχεια ως μουσικά άλμπουμ. Ένα από τα πιο διάσημα ήταν το “Unplugged In New York” των Nirvana, που κυκλοφόρησε το 1993.

22 Σεπτεμβρίου 1992

Με έντεκα χρόνια ιστορίας στο ενεργητικό του το MTV ήταν πλέον αρκετά ώριμο για αυτοκριτική. Το έπραξε με τη σατιρική σειρά “Beavis and Butt-head” που μεγέθυνε με διασκεδαστικό τρόπο τις ιδιαιτερότητες που είχε η δημογραφική ομάδα των θεατών-οπαδών του MTV.

1992
Πρώτη μετάδοση του “The Real World”, που υπήρξε το πρώτο τηλεπαιχνίδι της κατηγορίας “reality”.

1 Ιουλίου 1997
Με την έναρξη λειτουργίας των “MTV UK” και “MTV Ireland” άρχισε να ξεδιπλώνεται μια σειρά «τοπικών» καναλιών με προσαρμοσμένο ρεπερτόριο, που αριθμεί σήμερα πάνω από 40 τηλεοπτικούς σταθμούς σε χώρες όπως το Πακιστάν, η Νορβηγία και η Κορέα.

2003

Στα Μουσικά Βραβεία MTV του 2003 η Madonna, ντυμένη «γαμπρός», δίνει στις δυο «νύφες» Britney Spears και Christina Aguilera εκείνο οι Βρετανοί ψήφισαν ως «καλύτερο φιλί της δεκαετίας».

12 Σεπτεμβρίου 2010

Στα Μουσικά Βραβεία Βίντεο του 2010 η Lady Gaga εμφανίζεται με «φόρεμα» φτιαγμένο από… κρέας. Έντονες διαμαρτυρίες από τις φιλοζωικές οργανώσεις και αφορμή για τρελό πάρτι στα Μέσα ενημέρωσης.