Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2012. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2012. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

Short short story #004

Διδακτορική διατριβή, σελίδα 3:
Στους Δασκάλους μου
με πρώτους τους γονείς μου

Πίσω μας το Mobile House

Το ακόλουθο βρέθηκε σε κάτι παλιές σημειώσεις. "Πίσω από ένα πακέτο τσιγάρα" θα μπορούσα να ισχυριστώ και να γίνω επικίνδυνα γλυκανάλατος, αλλά όχι, σε ένα απλό κομμάτι χαρτί ήταν, και μάλιστα ούτε καν κιτρινισμένο.

Γραμμένο στα μέσα της δεκαετίας του '80, στη διάρκεια μιας φοιτητικής επίσκεψης Σαββατοκύριακου στη Θεσσαλονίκη.

To Mobile House ήταν ένα διώροφο με μουσική indie, πατάρι, και στυλάτες γκόμενες. Στην οδό Ανθέων.

Το σχεδίασμα διατηρεί νομίζω (ελπίζω) ένα κάποιο βαθμό λυρισμού· και κυρίως καταθέτει αισιοδοξία για το αύριο, την οποία πού να τη βρεις σήμερα -σήμερα, που έφτασε εκείνο το αύριο.


Πίσω μας το Mobile House
Άνεμος φουσκώνει τα σακάκια μας
Αλκοόλ διαστέλλει τους κροτάφους μας
Η νύστα παραιτείται μπρος στην κατάφαση της ζωής

Καβάλα σ' ένα συννεφένιο ροκ εν ρολ όνειρο
Διασχίζω διαβάσεις πεζών
Προσπερνώντας τη νύχτα

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2012

Short short story #003

Χαϊδεύοντας με τον αντίχειρα την οθόνη του κινητού, είπε για κείνη: "Μου έστειλε μια φωτογραφία με τα εσώρουχα, χωρίς τα εσώρουχα". Δεν μου την έδειξε.

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012

Short short story #001

Άκουσε τον Διονυσίου κι αμέσως σηκώθηκε προς την πίστα· εκείνος, που δε χόρευε ποτέ. "Το χρωστάω σε πεθαμένο" είπε μόνο, κι άπλωσε τα χέρια.


Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

The World Ends - Afro Rock & Psychedelia in 1970s Nigeria (SoundWay )


Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, η νεολαία της Νιγηρίας ήρθε με καθυστέρηση σε επαφή με τα νέα μουσικά ήθη που αναστάτωσαν τη Δύση στα τέλη των 1960s. Αποτέλεσμα ήταν η άνθηση μιας τοπικής σκηνής που άντλησε έμπνευση από την ψυχεδέλεια, το hard rock και τους ρυθμούς του funk για τη δημιουργία μουσικής που ενσωμάτωνε στους δυτικούς τρόπους τους παραδοσιακούς αφρικανικούς ρυθμούς.
Η συλλογή αυτή συγκεντρώνει σε δυο CD 33 σχετικές ηχογραφήσεις, που συχνά εντυπωσιάζουν με το πάθος και την ιδιαιτερότητά τους.

Οι Funkees σε μια afrofunk διασκευή του "Break Through" των Atomic Rooster:


Dr. John: Locked Down (Nonesuch)


Από πού να αρχίσει κανείς;

Ας δοκιμάσουμε από το σόλο του οργάνου Farfisa στο “Revolution”: ένα βραχνό ψυχεδελικό κελάηδισμα προσταγμένο από τα ταραγμένα ακροδάχτυλα του Dr. John: μικρό σε διάρκεια, επιβλητικό σε αποτέλεσμα, τοποθετείται στο κέντρο καλλιτεχνικού βάρους όχι μόνο του συγκεκριμένου τραγουδιού αλλά και του νέου του άλμπουμ στο σύνολό του. Η αμέσως προηγούμενη φορά που έπαιξε το συγκεκριμένο πληκτροφόρο ο δημιουργός και ερμηνευτής από τη Νέα Ορλεάνη ήταν το 1969, κι όμως, είναι σα να μην πέρασε μια μέρα, με αποτέλεσμα αντάξιο των καλύτερων στιγμών του σπουδαίου χθες.

Θα μπορούσε να πει κανείς πως το “Locked Down” αποτελεί για τον συνθέτη, στιχουργό και πιανίστα Malcolm John Michael Creaux Rebennack (όπως είναι το πλήρες του όνομα) μια επιστροφή στις ρίζες, και να ξεμπερδεύει.

Στην πραγματικότητα όμως εκείνο που κάνει αυτή τη νέα δισκογραφική του κυκλοφορία να ξεχωρίζει, δεν είναι τόσο η αναβίωση του ιδιαίτερου καλλιτεχνικού προφίλ, το οποίο για πρώτη φορά εισηγήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1960, όσο η προσαρμογή του στο σήμερα, η επιτυχής διεκδίκηση μιας σύγχρονης, δραστικής και ουσιώδους, μουσικής φυσιογνωμίας που να εμπνέεται μεν από το χθες, και να το τιμά, παράλληλα όμως να αρθρώνει λόγο για το σήμερα και όραμα για το αύριο.


Ο Dr. John γεννήθηκε στη Νέα Ορλεάνη στις 21 Νοεμβρίου του 1941. Ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης δισκοπωλείου. Γρήγορα αφομοίωσε σε βάθος τα μουσικά στιλ της γενέτειράς του, ενσωματώνοντας ιδιοφυώς σε αυτά πλήθος από rhythm & blues λικνίσματα, rock ‘n’ roll διαχύσεις, blues ‘n’ boogie στροβιλισμούς, funk επιρροές και Dixieland jazz ξεσπάσματα, που, σε συνδυασμό με την ψύχωσή του με το βουντού, του εξασφάλισαν το ξεχωριστό καλλιτεχνικό του στίγμα.

Υπήρξε ο πρώτος λευκός μουσικός που έγινε αποδεκτός από τη μαύρη μουσική σκηνή της Νέας Ορλεάνης. Οικονομικές δυσκολίες τον ανάγκασαν να μετακινηθεί στη Δυτική ακτή το 1963. Κατά την παραμονή του στο Λος Άντζελες συνεργάστηκε με τη Cher και τον Phil Spector, ενώ παράλληλα δημιούργησε τη δισκογραφική Pulsar (θυγατρική της Mercury), στην οποία κυκλοφόρησε δουλειές των King Floyd και Alvin Robinson.

Επιστρέφοντας στη Νέα Ορλεάνη οργάνωσε μαζί με τους Jessie Hill και Ronnie Barron μουσικά σχήματα που αποτέλεσαν μέρος της δραστήριας “underground” σκηνής της Ορλεάνης. Ήταν η φάση της καριέρας του κατά την οποία υιοθέτησε την περσόνα “Dr. John”. Το άλμπουμ “Gris Gris” (1968), σε παραγωγή του Harrold Battiste, εδραίωσε τον ήχο του: ένα μείγμα από αυθεντικά creole και R&B κομμάτια μέσα στα όποια περιλαμβανόταν και το κλασικό και πολυδιασκευασμένο έκτοτε “Walk On Gilded Splinters”. Τα ακόλουθα τρία άλμπουμ (“Babylon” του 1969, “Remedies” του 1970 και “The Sun, Moon And Herbs” του 1971) κινήθηκαν σε παρόμοιο στιλ, ενώ τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο Dr. John λόγω χρήσης ουσιών μεγάλωναν. Στη συνέχεια βρέθηκε στο Μαϊάμι όπου ηχογράφησε το “Gumbo” (1972), ένα φόρο τιμής στους Professor Longhair και Huey “Piano” Smith.

Στο τελευταίο άλμπουμ των The Band “The Last Waltz” συμμετείχε ως καλεσμένος μουσικός, ενώ κυκλοφόρησε δύο ακόμη άλμπουμ για τη δισκογραφική Horizon. Το “Dr. John Plays Mac Rebennack” (1981) πρόβαλε με ιδιαίτερο τρόπο το ιδιόμορφο στιλ του και τις ιδιαίτερες ικανότητές του στο πιάνο.

Ο Dr. John δοκίμασε τις δυνάμεις του σε ακόμη ευρύτερο ρεπερτόριο, με διασκευές σε τραγούδια των Johnny Mercer (“Come Rain Or Come Shine”) και Pomus/Shuman (“The Average Guy”). Το 1990 κέρδισε το βραβείο Grammy με την κυκλοφορία του άλμπουμ “In Sentimental Mood”, μιας συλλογής με pop στάνταρτ. Με τα “Television” (1994) και “Afterglow” (1995) εξερεύνησε το funk ενώ το “Trippin' Live” (Eagle, 1997) ήταν το πρώτο επίσημο λάιβ άλμπουμ του.

Με το “Anutha Zone” (1998), πρώτο του άλμπουμ στην ετικέτα Parlophone, o Dr. John επέλεξε να επιστρέψει στις funk ρίζες και στο ψυχεδελικό creole στιλ τού “Gris Gris”. Ο ήχος χαρακτηριζόταν από σκοτεινές εντάσεις αλλά και από φανταχτερές διαφορές δυναμικού -χωρίς κάπου να γίνεται ρετρό- που συχνά παρέπεμπαν στην blues σκηνή της Νέας Υόρκης. Η αναβίωση της περσόνας του “Night Tripper” υποστηρίχτηκε από συνεργάτες/θαυμαστές του, όπως ο Paul Weller και μέλη συνόλων της νέας γενιάς όπως οι Spiritualized, Supergrass, Primal Scream, Ocean Colour Scene και Portishead. Ακολούθησαν τα “Duke Elegant” (Blue Note, 2000 - αφιερωμένο στα 100 χρόνια από τη γέννηση του Duke Ellington), “Creole Moon” (Blue Note, 2001) και “All by Hisself: Live at the Lonestar” (η πρώτη από πολλές κυκλοφορίες αρχειακού λάιβ υλικού που προγραμματίστηκαν να κυκλοφορήσουν στην προσωπική ετικέτα που ίδρυσε ο Rebennack, με όνομα Skinji Brim).

Με το πρόσφατο “Locked Down” ο Dr. John επιστρέφει για δεύτερη φορά (μετά το “Anutha Zone”) στα λημέρια του “Gris Gris” και του creole χαρακτήρα “Night Tripper”. Η ηχογράφηση έγινε στο Νάσβιλ. Ουσιαστικός είναι ο ρόλος που έπαιξε στη διαμόρφωση και στην επιτυχία του τελικού αποτελέσματος ο παραγωγός του άλμπουμ. Πρόκειται για τον Dan Auerbach τραγουδιστή και κιθαρίστα των σύγχρονων αναβιωτών των blues, Black Keys. Ήταν τέλη του 2010 όταν ο ηλικίας 33 ετών Auerbach επισκέφθηκε τον Rebennack στο σπίτι του στη Νέα Ορλεάνη και του πρότεινε να συνεργαστούν για «τον καλύτερο δίσκο που είχε κάνει εδώ και πολύ καιρό».

Η ιστορία του ιδιοφυούς παραγωγού που κατευθύνει εμπνευσμένα τη δημιουργικότητα του καλλιτέχνη, σε βαθμό που να οδηγεί, κάποτε, σε μια πραγματική αναγέννησή του, είναι στην pop και rock μουσική παλιά όσο η συνεργασία των Beatles με τον George Martin (δεν έγινε τυχαία γνωστός ως «ο πέμπτος Beatle»...). Χαρακτηριστική είναι επίσης η περίπτωση του παραγωγού Rick Rubin, ιδρυτή της δισκογραφικής εταιρείας American Recordings, o οποίος σύστησε τον θρύλο της country Johnny Cash σε μια νέα γενιά ακροατών, στο πλαίσιο της ιδιαίτερα παραγωγικής συνεργασίας τους, που κράτησε από το 1993 ως το θάνατό του Cash, το 2003.

Αξιοποιώντας ένα άριστο συνοδευτικό σύνολο από νεαρούς μουσικούς –μεταξύ των οποίων ο ντράμερ Max Weissenfeldt (μέλος, παλιότερα, των Heliocentrics), ο μπασίστας Nick Movshon και ο ενορχηστρωτής πνευστών Leon Michels (ιδρυτής της δισκογραφικής Truth & Soul)­–, η επιμελής παραγωγή του Auerbach, μέσα από κοφτούς ρυθμούς και αιχμηρές κιθάρες, ντύνει τη μυστηριώδη πνευματικότητα της μουσικής του Dr. John με σύγχρονο ένδυμα, όχι αποκλειστικά δυτικότροπο (το βαρύτονο σαξόφωνο, για παράδειγμα, του “Revolution” χαράζει μια μελωδική γραμμή που βγάζει κατευθείαν στην ethio-jazz του Mulatu Astatke, ενώ η «κρουστή» κιθαριστική ερμηνεία του “Ice Age” παραπέμπει στα αφρικανικά «blues της ερήμου»). Ή, πιο λιτά και περιεκτικά, όπως διαβάζω στο σάιτ του BBC: «ο Auerbach έχει κάνει άριστη δουλειά για να τοποθετήσει στον 21ο αιώνα έναν καλλιτέχνη, ο οποίος ποτέ δεν θα βγει εκτός μόδας».

Τρίτη 24 Απριλίου 2012

Spiritualized: Sweet Heart Sweet Light (Fat Possum)

Έβδομο άλμπουμ σε είκοσι χρόνια δράσης για τους Spiritualized ή, ορθότερα, για τον κιθαρίστα, τραγουδιστή και συνθέτη Jason Pierce και τη διαρκώς ανανεούμενη ομάδα μουσικών που τον συνοδεύουν.

 Ηχογραφημένο κατά κύριο λόγο στο οικιακό στούντιο του Pierce στο Λονδίνο (με την προσθήκη εγχόρδων και χορωδίας στο Ρέικιαβικ και στο Λός Άντζελες) το “Sweet Heart, Sweet Light” δεν αποκλίνει από τις βασικές αρχές τραγουδοποιίας στις οποίες ο Pierce έχει κατασταλάξει ήδη από το 1997 και το “Ladies And Gentlemen We Are Floating In Space”, τρίτο άλμπουμ των  Spiritualized και ένα από τα καλύτερα της δεκαετίας του 1990.

Το μενού περιλαμβάνει μουσική ευφυή και φιλόδοξη, με μινιμαλιστικά μοτίβα αλλά και περισσότερο επεξεργασμένα και συμπαγή ηχητικά κολάζ, επαναλαμβανόμενα μελωδικά ηχοτοπία που κάποτε φέρνουν στο νου την αυστηρότητα του krautrock (“Hey Jane”), απαιτητικές συνθέσεις με ψυχεδελικό space rock περίγραμμα (“Little Girl”), και αλλού με πολυεπίπεδη δομή και δραστικότερη αισθαντικότητα, δηλαδή με ισχυρά avant-garde διαπιστευτήρια αλλά και απεριόριστη εκτίμηση στην pop παράδοση των Beatles και των Beach Boys.

Ο Pierce προέρχεται από τους συζητημένους Spacemen 3 του τέλους των 1980s. Ενώ όμως με εκείνο το παλιό του γκρουπ απέτινε φόρο τιμής στους Suicide, τους Velvet Underground, τους Stooges, στο “Sweet Heart, Sweet Light” προτείνει μουσική που γεμίζει τα κενά ανάμεσα σε τέτοιες αναφορές, μη διστάζοντας να πειραματιστεί με ενορχηστρώσεις που θυμίζουν τον Burt Bacharach ή τον Elvis στο Μέμφις των 1970s, και με την ενσωμάτωση ύμνων από χορωδίες gospel (“So Long you Pretty Thing”), σαξόφωνων σε free-jazz ταραχή (“I Am What I Am”, γραμμένο από κοινού με τον Dr. John, με ερμηνείες των Evan Parker και Tony Bevan), και εγχόρδων (“Too Late”).


Σάββατο 7 Απριλίου 2012

The Men: Open Your Heart (Sacred Bones)

Το να εντοπίσεις ένα σύγχρονο γκρουπ με ηχητικό προφίλ που να συνδυάζει ψυχεδέλεια και country rock είναι έτσι κι αλλιώς ασυνήθιστο. Το να το βρεις όμως, και να διαπιστώσεις πως δεν μηρυκάζει απλώς τους Byrds και τον Gram Parsons ή επόμενης γενιάς ψυχεδελικούς θορυβοποιούς όπως ο Nick Saloman ε, αυτό είναι κάτι πραγματικά σπάνιο.

Τούτος είναι ο λόγος που επιτρέπει στους The Men, το  ηλεκτρικό κουαρτέτο από το Μπρούκλιν, να κερδίζουν άμεσα και εύκολα τις εντυπώσεις με το τρίτο άλμπουμ τους. Οι δέκα συνθέσεις του “Open Your Heart” σκύβουν μεν με αγάπη και σεβασμό πάνω από την παρακαταθήκη ηχητικών σκαπανέων όπως εκείνοι που ήδη αναφέρθηκαν, συνεχίζουν όμως κάνοντας ένα βήμα μπροστά, με τόλμη και γόνιμη περιέργεια, προτείνοντας τα αποτελέσματα της δικής τους συνθετικής και ερμηνευτικής επεξεργασίας.

The Menzingers: On The Impossible Past (Epitaph)


Στην ετικέτα της δισκογραφικής Epitaph κυκλοφορεί το τρίτο άλμπουμ των The Menzingers από την Πενσιλβάνια, κάτι που από μόνο του μας δίνει μια ιδέα για τις punk rock προδιαγραφές του ήχου τους. Τα υπόλοιπα ξεδιπλώνονται μαζί με τα 13 κομμάτια: power-pop ανεμελιά, πυρετώδης ενεργητικότητα, πλούσιο μελωδικό περιεχόμενο που εύκολα καρφιτσώνεται στη μνήμη, συνθετικές δομές που τολμούν δοκιμές πέραν του κουπλέ/ρεφρέν κανόνα χωρίς να χάνουν σε αμεσότητα και προσβασιμότητα.

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

Cloud Nothings: Attack On Memory (Carpark)


Το πρώτο που τραβά την προσοχή σε αυτό το δεύτερο άλμπουμ των Cloud Nothings από το Κλίβλαντ του Οχάιο είναι η υπογραφή του Steve Albini στην –διαυγή– παραγωγή.

Με το που αρχίζουν να παίζουν τα οκτώ τραγούδια τής μόλις ημίωρης διάρκειας συλλογής, θέλγητρα μουσικά (θυμωμένες κιθάρες, κάθιδρα ντραμς, power pop ρυθμοί) αλλά και στιχουργικά (σκοτεινές ενδοσκοπήσεις του επικεφαλής Dylan Baldi, αναμετρήσεις με συναισθηματικά αδιέξοδα, συνθηκολόγηση με τη μοναξιά) αναβιώνουν το πνεύμα και το καλλιτεχνικό ήθος της δεκαετίας του 1990 (Sonic Youth, Pearl Jam) διηθημένο μέσα από τα φίλτρα της φλογερής έμπνευσης και της ιδιαίτερης προσωπικότητας.

Django Django: Django Django (Because)

Τα τέσσερα μέλη των Django Django συναντήθηκαν στο Εδιμβούργο της Σκοτίας ενώ σπούδαζαν καλές τέχνες. Το ντεμπούτο άλμπουμ της μουσικής τους καριέρας, τούς βρίσκει εγκατεστημένους στο Λονδίνο.
Στα δεκατρία τραγούδια του προτείνουν μια σύγχρονη προσέγγιση στο indie-rock με έμφαση στη διασκέδαση, ερμηνευτική φρεσκάδα, συνθετική φαντασία και ενορχηστρωτική εφευρετικότητα.

Ευφυείς και ταυτόχρονα μετρημένοι, δημιουργικοί αλλά και εστιασμένοι, οι Django Django παραδίδουν στην κρίση μας μια από τις πιο απολαυστικές στην ακρόαση και καλοδουλεμένες στη δομή indie rock δισκογραφικές προτάσεις που έχουμε ακούσει εδώ και αρκετό καιρό.



Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

The 2 Bears: Be Strong (Southern Fried)


Έχεις δυσανεξία στη σοβαροφάνεια; Απολαμβάνεις τους χιουμοριστικούς στίχους, τους house ρυθμούς, τα ηλεκτρονικά μπλιμπλίκια και τα γκατζετάκια; Ξεχωρίζεις το καλό από τις pop ευαισθησίες και τις περίτεχνες μελωδίες; Μεγάλωσες στα 1980s τα οποία, παρότι δεν νοσταλγείς, επιμένουν να ασκούν πάνω σου μια απροσδιόριστη γοητεία; Πιτσιρικάς χόρευες ska της 2Tone, σήμερα όμως βρίσκεις συναρπαστικό το dubstep του The Bug;

Αν ναι τότε έχω το δίσκο που χρειάζεσαι: “Be Strong” από τους Λονδρέζους 2 Bears, το ντουέτο του Joe Goddard των Hot Chip με τον Raf Daddy, μηχανικό ήχου και συνιδρυτή της δισκογραφικής 1965. Είναι το ντεμπούτο άλμπουμ τους, μετά από κάποια EP και πολλά λάιβ. Έχει ήδη ενθουσιάσει κόσμο και κοσμάκη σε χορευτικές πίστες, blog, ραδιόφωνα, κοινωνικά δίκτυα, το σημαντικό όμως είναι ότι δεν υπάρχει περίπτωση να μην ενθουσιάσει κι εσένα.


Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2012

Keith Jarrett: Rio (ECM)


Η νεότερη αυτή προσθήκη στη συναρπαστική δισκογραφία του Keith Jarrett φιλοξενεί σε δυο CD την ζωντανή εμφάνισή του στο Δημοτικό Θέατρο (Theatro Municipal) του Ρίο ντε Τζανέιρο τον Απρίλιο του 2011.

Πρόκειται για μια συναυλία σόλο πιάνο βασισμένη στο σύνολό της σε αυτοσχεδιασμό, από εκείνες που έχουν συνεισφέρει σημαντικά στο χτίσιμο του καλλιτεχνικού μύθου που αντιπροσωπεύει ο Jarrett, με αφετηρία την πρώτη μεγάλη επιτυχία του, το “The Koln Concert” του 1975, και ενδιάμεσους σταθμούς σημαντικούς όσο το “Vienna Concert” του 1992, το “La Scala” –ηχογραφημένο στο Teatro alla Scala του Μιλάνου το 1995, κατά τη γνώμη του γράφοντος η κορυφαία στιγμή της δισκογραφίας του Αμερικανού πιανίστα και μια από τις λαμπρότερες στιγμές της σύγχρονης μουσικής πέρα από κατηγορίες και στυλ-, και το “Radiance”, ηχογραφημένο στην Ιαπωνία το 2002, όπου για πρώτη φορά οι χειμαρρώδεις αυτοσχεδιασμοί έσπασαν σε μικρότερα αυτόνομα κομμάτια διευκολύνοντας τον Jarrett να εξερευνήσει μεγαλύτερη ποικιλία ηχητικών τοπίων αλλά και τον ακροατή να παρακολουθήσει τη μουσική περιπλάνηση με μεγαλύτερη άνεση.

Ο Keith Jarrett γεννήθηκε στις 8 Μαΐου 1945 στο Allentown της Πολιτείας Πενσιλβάνια. Στα πρώτα στάδια της καριέρας του έπαιξε σε ηλεκτρικά σύνολα, όπως εκείνα των Charles Lloyd και Miles Davis, χωρίς να κρύβει την επιρροή που ασκούσε πάνω του ο Bill Evans. Το μέχρι σήμερα έργο του έχει διατηρηθεί αμείωτα συναρπαστικό, ανεξάρτητα από τις μεταβολές των συνοδευτικών σχημάτων (Nordic Quartet, American Quartet κατά τη δεκαετία του 1970, Standards Trio τα τελευταία 30 χρόνια κ.ά).


Το “Rio” τον συλλαμβάνει στην καλύτερη φόρμα που έχει βρεθεί εδώ και πολύ καιρό, και αναδεικνύει το μοναδικό ταλέντο του μέσα από ανακυκλούμενους, πλέοντες, επεκτεινόμενους αυτοσχεδιασμούς, απόλυτο έλεγχο ηχοχρωμάτων και μια πληθώρα από τις διάσημες αρμονίες του (“Part II”). Το ηχητικό μενού περιλαμβάνει λατινοαμερικάνικα αρώματα (“Part VIII”), θεματικές αναπτύξεις πότε ήπια λυρικές πότε έντονα ρυθμικές, λοξοκοιτάγματα προς τα blues (“Part XII”) και το flamenco (“Part VI”) σε μια δημιουργική ανακύκλωση μοτίβων που αποδίδει μια έκρηξη μουσικής δημιουργίας φαντασμαγορικής, χωρίς ίχνος αμφιβολίας ή υπαναχώρησης, χωρίς σύνορα ή προκαταλήψεις, μια πολιτιστική κατάθεση φαντασίας και πράξης διαπολιτιστικής.

Για να μην πλατειάζουμε, ΜΟΥΣΙΚΗ με κεφαλαία.


Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

Γιατί μας αρέσει η μουσική


Η έλξη που ασκεί πάνω μας η μουσική είναι γνωστή από αρχαιοτάτων χρόνων. Μόλις πρόσφατα όμως άρχισαν να γίνονται κατανοητοί οι βιολογικοί μηχανισμοί με τους οποίους γίνεται αυτό κατορθωτό.


Το 2007 νευροβιολόγοι της ιατρικής σχολής του πανεπιστημίου του Στάνφορντ πραγματοποίησαν μια μελέτη που απέδειξε πως η μουσική ακρόαση ενεργοποιεί περιοχές του εγκεφάλου σχετιζόμενες με την εστίαση της προσοχής, τη δημιουργία προβλέψεων και την τακτοποίηση των παραστάσεων στη μνήμη. Στα ευρήματα περιλαμβανόταν επίσης η διαπίστωση πως η μουσική βοηθά τον εγκέφαλο να οργανώσει τις προσλαμβανόμενες πληροφορίες.

Εμβαθύνοντας περαιτέρω στο συγκεκριμένο ερευνητικό πεδίο μια ομάδα Φιλανδών επανήλθε το 2011 δημοσιεύοντας στο επιστημονικό περιοδικό “NeuroImage” μια μελέτη σύμφωνα με την οποία κατά την ακρόαση μουσικής που ο ακροατής θεωρεί «ευχάριστη» ο εγκέφαλος εκκρίνει τον νευροδιαβιβαστή ντοπαμίνη και στέλνει μηνύματα ευχαρίστησης στο υπόλοιπο σώμα.


Η ντοπαμίνη είναι μια χημική ουσία που εμπλέκεται τόσο στην παρακίνηση όσο και στον εθισμό, πράγμα που σημαίνει πως ο άνθρωπος βρίσκει ελκυστική τη μουσική για τον ίδιο λόγο –και μέσα από τον ίδιο βιοχημικό μηχανισμό- που βρίσκει ελκυστικό το σεξ, τα τυχερά παιχνίδια, το γευστικό φαγητό, τις ουσίες. Παραμένει ωστόσο εντυπωσιακό το γεγονός ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει εξελιχθεί έτσι ώστε να «ανταμείβει» τον υπόλοιπο οργανισμό με αισθήματα απόλαυσης όχι μόνο για εμπειρίες υλικές (φαγητό, σεξ) αλλά και εντελώς αφαιρετικές, πολυσύνθετες και άυλες, όπως είναι η μουσική.


Από τα ανωτέρω, μάλιστα, προκύπτει πως το αισθητικό ερέθισμα της μουσικής μπορεί να έχει πάνω στον ακροατή μια ήπια εθιστική δράση (αν κι αυτό είναι κάτι που ήδη το ξέραμε εμπειρικά).

Πέρα από την αποτύπωση της στενής συσχέτισης μεταξύ έκκρισης ντοπαμίνης και μουσικής απόλαυσης, διαπιστώνεται πως ακόμα και η προσμονή της ακρόασης ενός αγαπημένου κομματιού (χωρίς να έχει σημασία το είδος –μουσική κλασική, ποπ κ.λπ), αρκεί για να ενεργοποιήσει τον εγκεφαλικό μηχανισμό παραγωγής ντοπαμίνης και να αποδώσει το συνακόλουθο αίσθημα ευεξίας (κι ας θυμηθούμε εδώ, από τις εμπειρίες τις προσωπικές μας, την ένταση των αντίστοιχων συναισθημάτων στις περιπτώσεις εκείνες που προσεγγίζαμε με φτερά στα πόδια ένα συναυλιακό χώρο για την εμφάνιση κάποιου πολύ αγαπημένου μας καλλιτέχνη).


Τα ευρήματα αυτά προσφέρουν μια βιολογική εξήγηση στο γιατί η μουσική παίζει τόσο σημαίνοντα ρόλο σε όλα τα έντονης συναισθηματικής φόρτισης γεγονότα των κοινωνικών ομαδοποιήσεων σε όλες τις πολιτιστικές παραδόσεις, με αδιάρρηκτη συνέχεια το ξεκίνημα της ανθρώπινης ιστορίας μέχρι και σήμερα.

Με λεπτομέρειες αναδείχθηκε και ο τρόπος με τον οποίο η μουσική επηρεάζει όλο το νευρικό μας σύστημα· συγκεκριμένα οι επιστήμονες κατέγραψαν την απόκριση του εγκεφάλου κατά την ακρόαση ενός κομματιού σύγχρονου αργεντίνικου τάνγκο, με τεχνολογία μαγνητικής απεικόνισης που ονομάζεται «λειτουργική απεικόνιση μαγνητικού συντονισμού» (fMRI). Ακολούθως, με χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και ειδικά σχεδιασμένους αλγόριθμους επεξεργασίας, έγινε ανάλυση του μουσικού περιεχομένου του συγκεκριμένου κομματιού και αποτυπώθηκε ο τρόπος με τον οποίο μεταβάλλεται το ρυθμικό, τονικό και ηχοχρωματικό περιεχόμενο της μουσικής με την εξέλιξη της σύνθεσης.

Συγκρίνοντας τις μεταβολές στο μουσικό περιεχόμενο με τις συνακόλουθες μεταβολές της αιμοδυναμικής δραστηριότητας στον εγκέφαλο των ακροατών οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα νευρικά κυκλώματα που ενεργοποιούνται κατά την ακρόαση της μουσικής δεν περιορίζονται στις περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την ακοή αλλά επεκτείνονται σε ένα μεγάλης κλίμακας νευρικό δίκτυο.
Για παράδειγμα ανακάλυψαν ότι κατά την επεξεργασία του ρυθμού ενεργοποιούνται περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την κίνηση, επαληθεύοντας την υπόθεση πως μουσική και κίνηση είναι στενά συνδεδεμένες.

Μεταιχμιακές περιοχές του εγκεφάλου, που είναι γνωστό ότι σχετίζονται με τα συναισθήματα, διαπιστώθηκε πως συμμετέχουν στην επεξεργασία της τονικότητας και επίσης του ρυθμού, η δε επεξεργασία των ηχοχρωμάτων συσχετίστηκε με ενεργοποίηση του λεγόμενου «δικτύου αυτόματης λειτουργίας» (default mode network) το οποίο σχετίζεται με την ονειροπόληση και τη δημιουργικότητα.


Αναγνώσματα που προτείνονται για περαιτέρω τριβή με το θέμα είναι το βιβλίο “This Is Your Brain On Music” (Plume/Penguin, 2007) του νευροβιολόγου Daniel J. Levitin, που αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο ο ανθρώπινος εγκέφαλος ερμηνεύει και επεξεργάζεται τα μουσικά χαρακτηριστικά, καθώς επίσης η έκδοση «Μουσικές Βιταμίνες» (Fagotto, 2004) του μουσικού και ερευνητή Ηλία Σακαλάκ, με στοιχεία μουσικής ιατρικής και μουσικής ψυχολογίας περί της μουσικής ακρόασης και των επιδράσεών της.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η δημοσίευση του Jack H. David Jr. “The Two Sides of Music” που πραγματεύεται το διαφορετικό τρόπο με τον οποίο εμπλέκονται στην επεξεργασία της μουσικής ακρόασης τα εγκεφαλικά ημισφαίρια και τις διαφορές αντίληψης μεταξύ ακροατών με και χωρίς μουσική παιδεία.