Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

PJ Harvey: Let England Shake (Island)


Για πρώτη φορά η βασίλισσα του γοτθικού εναλλακτικού rock αφήνει στην άκρη τα προσφιλή της θέματα του έρωτα και της μελαγχολίας και καταπιάνεται με την πολιτική.

Το “Let England Shake”, δέκατο άλμπουμ της τραγουδίστριας και τραγουδοποιού από το αγροτικό Yeovil της Βρετανίας σε 19 χρόνια δισκογραφικής δράσης, είναι μια θεματική (concept) συλλογή τραγουδιών με ταυτότητα έντονα βρετανική, προσανατολισμό πολιτικό, και ύφος καταγγελτικό για τις απώλειες του πολέμου και την έκπτωση του ανθρωπισμού.

Από μουσική άποψη τα δώδεκα νέα της τραγούδια, που ερμηνεύει με τη βοήθεια των συνεργατών της από τα παλιά John Parish και Mick Harvey, εξερευνούν ένα πεδίο που κλείνει το μάτι στον –προσφάτως εκλιπόντα– Captain Beefheart: σύνθεση ηλεκτρικών, folk και ιμπρεσιονιστικών στοιχείων με αποτελέσματα σε πρώτο άκουσμα συχνά παράφωνα, που όμως αθροίζονται σε μια ουσιώδη αισθητική πρόταση με τη βοήθεια ενός άρρητου καλλιτεχνικού κοινού παρονομαστή.

Όχι ότι θα περιμέναμε κάτι λιγότερο από τη δημιουργό που, σε συνέντευξή της στην τηλεοπτική εκπομπή του Andrew Marr, στο BBC, δήλωσε:
«ο μεγαλύτερος φόβος μου θα ήταν να επαναλάβω κάτι που ήδη έχω κάνει στο παρελθόν».

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2012

Fujiya & Miyagi: Ventriloquizzing (Yep Roc)


Κι άντε τώρα εσύ να βγάλεις άκρη: ούτε δύο είναι ούτε απωανατολίτες οι Fujiya & Miyagi.
Είναι τρεις και… από το Μπράιτον της Αγγλίας. Μπερδεύεται κι άλλο το πράμα μόλις περάσουμε στο «και τι παίζουν;» Διότι παίζουν ηλεκτρονική pop όχι βέβαια του αναμενόμενου τύπου (σιγά μην…) αλλά τύπου… γερμανικού, με αναφορές στα τευτονικά μπιτ των Neu! και των Can (και ώρες ώρες φέρνουν λιγάκι και στους πιο ιλουστρασιόν Kraftwerk). Κι αν αυτό δεν σας λέει και πολλά φανταστείτε έναν electro/kraut καμβά με καρφιτσωμένους επάνω του απλούς αλλά και περίτεχνους ταυτόχρονα μελωδικούς ιστούς, αναλογικά σίνθι, επιβλητικές funk γραμμές του μπάσου, πειραματική δημιουργική διάθεση αλλά και ερμηνεία που πατά γερά στη γη (ή, ορθότερα, στη χορευτική πίστα).
Το “Ventriloquizzing” είναι το τέταρτο άλμπουμ τους σε 12 χρόνια δράσης.
Δώστε τους (τουλάχιστον) μια ευκαιρία, είναι από τα γκρουπ που αν «κολλήσεις» μαζί τους δύσκολα ξεκολλάς.


Charles Bradley: No Time For Dreaming (Dunham)


Από τις όλο και πιο σπάνιες περιπτώσεις δίσκων που σε κερδίζουν με το πρώτο άκουσμα. Σόουλ και rhythm & blues τραγούδια με τη στόφα του κλασικού, που έρχονται λες από τον κατάλογο της Motown των 1960s, φωνητική ερμηνεία παθιασμένη αλλά και άριστα ελεγχόμενη με τον τρόπο του James Brown (του φέρνει κάπως και εμφανισιακά ο Bradley, είναι η αλήθεια), μουσική συνοδεία χαλαρή και φινετσάτη χωρίς κάτι να λείπει και χωρίς κάτι να περισσεύει.

Πώς και συμβαίνουν όλα αυτά σε μια κυκλοφορία ολοκαίνουρια;

Είναι η επένδυση της μέχρι σήμερα διαδρομής που αποδίδει πλούσια μερίσματα, η με θυσίες κερδισμένη εμπειρία από τη νομαδική ζωή που έχει ζήσει ο γεννημένος το 1948 στη Φλόριντα Bradley, η κατασταλαγμένη εικόνα στο μυαλό του περί μουσικής ομορφιάς, η ανάγκη για καλλιτεχνική έκφραση που σιγόκαιγε τόσα χρόνια μέχρι που έγινε πύρινη γλώσσα.

Από τις όλο και πιο σπάνιες περιπτώσεις…



Wire: Red Barked Tree (Pink Flag)


Ποιος θα περίμενε ότι η επαναστατική «Ροζ Σημαία» που ύψωσαν οι Wire με το ντεμπούτο άλμπουμ τους καταμεσής του punk κυκλώνα, το 1977, θα εξακολουθούσε να κυματίζει αγέρωχα σήμερα… Κι όμως! Τα έντεκα νέα τραγούδια του “Red Bark Tree”, δωδέκατου στούντιο άλμπουμ τους, επιβεβαιώνουν το δραστικό ρόλο που είναι ακόμη σε θέση να διαδραματίσει το λονδρέζικο κουαρτέτο στην πρώτη γραμμή της εναλλακτικής ηλεκτρικής μουσικής, στηριγμένο σε αιχμηρές κιθάρες, άρτιες μελωδίες, ψυχεδελικές φαντασίες, ερμηνευτική επιδεξιότητα, συνθετική φαντασία. Κι όσο για τα χρόνια, ακούω τον -56άρη πλέον- Colin Newman να τραγουδά, και λέω πως, ναι, όχι απλά διεκδικεί ένα ρόλο στα σύγχρονα rock δρώμενα, αλλά τον απαιτεί, κι έχει κάθε δίκιο...


Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2011

Bjork: Biophilia (One Little Indian)


Η Ισλανδή που έγινε διάσημη για τους φωνητικούς της ακροβατισμούς και τη φουτουριστική χορευτική της pop επιστρέφει στη δισκογραφική επικαιρότητα με το όγδοο προσωπικό της άλμπουμ.
Ήδη από το “Homogenic” (1997) η Bjork ξεκίνησε ένα περιπετειώδες ταξίδι μουσικού πειραματισμού, πραγματοποιώντας ηχογραφήσεις με αισθητική όλο και περισσότερο ιδιότυπη και εκλεκτική, με καλλιτεχνική κορύφωση το “Medulla” (2004).

Αντίθετα με τις προσδοκίες που συνόδευσαν την επί τριετία προετοιμασία του, στο “Biophilia” το παιχνίδι με τις δραματικές αισθήσεις, με τις εύθραυστες εντάσεις, και με τις νόρμες μιας πολυεπίπεδης ηχητικής αρχιτεκτονικής –παθιασμένης, θα έλεγε κανείς, με την εξερεύνηση κάθε δυνατότητας και πιθανότητας παραγωγής ηχητικού αποτελέσματος– τραβάει πολύ μακριά, σε βάρος της μουσικής απόλαυσης.

Η εκζήτηση αγγίζει ή και ξεπερνά την υπερβολή σε κάθε διάσταση: το μεγαλύτερο μέρος του άλμπουμ ηχογραφήθηκε όχι στο στούντιο αλλά σε iPad, το προωθητικό πλάνο του μάρκετινγκ συμπεριέλαβε ειδικά σχεδιασμένες εφαρμογές λογισμικού, ιντερνετικούς τόπους, διαδραστικά παιχνίδια, ως και εκπαιδευτικά εργαστήρια, το δε άλμπουμ κυκλοφόρησε στα δισκοπωλεία σε πέντε διαφορετικές εκδόσεις, κάποιες από τις οποίες περικλείονται σε λουστραρισμένες και ντυμένες με μετάξι ξύλινες θήκες.


Πολλά από τα χρησιμοποιούμενα μουσικά όργανα επινοήθηκαν και κατασκευάστηκαν επί τούτου.
Ως και στον θεματικό προσανατολισμό μοιάζει χαμένη κάθε έννοια μέτρου, καθώς δομές και κύκλοι της φύσης –από τα κύτταρα ως τις τεκτονικές πλάκες και τους γαλαξίες– επιστρατεύονται για μεταφορικούς συλλογισμούς πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις.

Λέτε αυτή να είναι η κατεύθυνση της μουσικής του 21ο αιώνα;

Αν έτσι είναι ευτυχώς που έχω συγκεντρώσει εκτενή συλλογή δισκογραφίας των 60s και σε φυσική και σε ψηφιακή μορφή!

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2011

Tom Waits: Bad As Me (Anti)


Η λοκομοτίβα του  “Chicago”, του εναρκτήριου τραγουδιού του “Bad As Me”, ξεφυσάει πεισματάρικα και βρυχάται βροντερά καθώς σέρνει πίσω της με αποφασιστικότητα και αφοσίωση το χθες, το σήμερα και το αύριο της καλλιτεχνικής δημιουργίας του Tom Waits.
Αυτό κι αν είναι μυστήριο τρένο! 

Σε τούτο το 17ο στούντιο άλμπουμ της καριέρας του, και πρώτη συλλογή με νέα του τραγούδια από το 2004 και το “Real Gone”, ο ηλικίας 61 ετών Αμερικανός δημιουργός και ερμηνευτής εμπνέεται από την ιστορία των blues, και ειδικότερα από τη «μετανάστευσή» τους από το δέλτα του Μισισιπί στο Σικάγο, κατά τα 1930s, για να οργανώσει μια θεματική συλλογή τραγουδιών γύρω από τον κεντρικό άξονα της αναζήτησης μιας καλύτερης ζωής· χρήμα, δουλειές, αφεντικά, έρωτας, απελπισία, πόλεμος, αποτελούν επιμέρους συνιστώσες των ιστοριών που αφηγούνται τα σφιχτά δομημένα και με ακρίβεια εστιασμένα τραγούδια.

Στο ηχητικό μέρος αξιοποιούνται R&B πνευστά (όπως τρομπόνι και μπάσο κλαρινέτο), φυσαρμόνικα, μπάντζο, ακορντεόν, ηχογραφημένα αυτόματα όπλα και άλογα, και βέβαια ηλεκτρικές κιθάρες, τρεις, που γεννάνε blues θαύματα στα χέρια των Keith Richards, Marc Ribot και David Hidalgo: Ο Richards συμμετέχει σε τέσσερα τραγούδια εντυπωσιάζοντας τόσο με το ερμηνευτικό του «δόσιμο» όσο και με την ανυποχώρητη εμμονή του για τον Chuck Berry· τα ριφ του Ribot είναι υπεύθυνα για τις κουβανέζικης φινέτσας πτυχές τού ήχου του Waits εδώ και τρεις δεκαετίες· ο Hidalgo (των Los Lobos) συνεισφέρει μια δική του «ανάγνωση» στο παλίμψηστο της αμερικανικής παράδοσης.
Τα φλερτ με τα μουσικά στυλ είναι συνεχή και τολμηρά: tex-mex και rockabilly (“Get Lost”), waltz (“Pay Me”), rhythm & blues (“Satisfied”), παραμορφωμένο swing (“Hell  Broke Luce”), προσέρχονται και παλεύουν -άλλοτε ως σύμμαχοι κι άλλοτε ως ανταγωνιστές- στο πεδίο διαρκούς μάχης που αποτελεί η εν εξελίξει μουσική δράση.

Και βέβαια υπάρχει η Φωνή: σε ακαταμάχητες μεθυσμένες εξομολογήσεις της μπάρας (“Kiss Me”), soul φαλτσέτο, γρυλίσματα, ουρλιαχτά, κραυγές· είτε επιδίδεται σε αριστοκρατικό crooning αλά Elvis Presley (“Last Leaf”) είτε ακούγεται σαν χαρτοσακούλα βίαια τσαλακωμένη από την εμπειρία, είναι αδύνατο να της αντισταθείς.

Αντί επιλόγου παραθέτω απόσπασμα από το κείμενο που υπογράφει η Kitty Empire στον Observer:
To “Bad As Me” είναι, κυρίως, ένα άλμπουμ γεμάτο από πάθος, θυμό και λύπη -συστατικά που κάνουν τον Waits ομόλογο με τον μαχητικό Bruce Springsteen και τον χειρουργό των συναισθημάτων Leonard Cohen, όπως επίσης με τον παλιό-καλό Nick Cave και τους επαγγελματίες μπεκρήδες, τους Pogues.
Τι άλλο πρέπει να γράψω για να πάτε τώρα αμέσως να το πάρετε;

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

Γιατί μας αρέσει η μουσική


Η έλξη που ασκεί πάνω μας η μουσική είναι γνωστή από αρχαιοτάτων χρόνων. Μόλις πρόσφατα όμως άρχισαν να γίνονται κατανοητοί οι βιολογικοί μηχανισμοί με τους οποίους γίνεται αυτό κατορθωτό.


Το 2007 νευροβιολόγοι της ιατρικής σχολής του πανεπιστημίου του Στάνφορντ πραγματοποίησαν μια μελέτη που απέδειξε πως η μουσική ακρόαση ενεργοποιεί περιοχές του εγκεφάλου σχετιζόμενες με την εστίαση της προσοχής, τη δημιουργία προβλέψεων και την τακτοποίηση των παραστάσεων στη μνήμη. Στα ευρήματα περιλαμβανόταν επίσης η διαπίστωση πως η μουσική βοηθά τον εγκέφαλο να οργανώσει τις προσλαμβανόμενες πληροφορίες.

Εμβαθύνοντας περαιτέρω στο συγκεκριμένο ερευνητικό πεδίο μια ομάδα Φιλανδών επανήλθε το 2011 δημοσιεύοντας στο επιστημονικό περιοδικό “NeuroImage” μια μελέτη σύμφωνα με την οποία κατά την ακρόαση μουσικής που ο ακροατής θεωρεί «ευχάριστη» ο εγκέφαλος εκκρίνει τον νευροδιαβιβαστή ντοπαμίνη και στέλνει μηνύματα ευχαρίστησης στο υπόλοιπο σώμα.


Η ντοπαμίνη είναι μια χημική ουσία που εμπλέκεται τόσο στην παρακίνηση όσο και στον εθισμό, πράγμα που σημαίνει πως ο άνθρωπος βρίσκει ελκυστική τη μουσική για τον ίδιο λόγο –και μέσα από τον ίδιο βιοχημικό μηχανισμό- που βρίσκει ελκυστικό το σεξ, τα τυχερά παιχνίδια, το γευστικό φαγητό, τις ουσίες. Παραμένει ωστόσο εντυπωσιακό το γεγονός ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει εξελιχθεί έτσι ώστε να «ανταμείβει» τον υπόλοιπο οργανισμό με αισθήματα απόλαυσης όχι μόνο για εμπειρίες υλικές (φαγητό, σεξ) αλλά και εντελώς αφαιρετικές, πολυσύνθετες και άυλες, όπως είναι η μουσική.


Από τα ανωτέρω, μάλιστα, προκύπτει πως το αισθητικό ερέθισμα της μουσικής μπορεί να έχει πάνω στον ακροατή μια ήπια εθιστική δράση (αν κι αυτό είναι κάτι που ήδη το ξέραμε εμπειρικά).

Πέρα από την αποτύπωση της στενής συσχέτισης μεταξύ έκκρισης ντοπαμίνης και μουσικής απόλαυσης, διαπιστώνεται πως ακόμα και η προσμονή της ακρόασης ενός αγαπημένου κομματιού (χωρίς να έχει σημασία το είδος –μουσική κλασική, ποπ κ.λπ), αρκεί για να ενεργοποιήσει τον εγκεφαλικό μηχανισμό παραγωγής ντοπαμίνης και να αποδώσει το συνακόλουθο αίσθημα ευεξίας (κι ας θυμηθούμε εδώ, από τις εμπειρίες τις προσωπικές μας, την ένταση των αντίστοιχων συναισθημάτων στις περιπτώσεις εκείνες που προσεγγίζαμε με φτερά στα πόδια ένα συναυλιακό χώρο για την εμφάνιση κάποιου πολύ αγαπημένου μας καλλιτέχνη).


Τα ευρήματα αυτά προσφέρουν μια βιολογική εξήγηση στο γιατί η μουσική παίζει τόσο σημαίνοντα ρόλο σε όλα τα έντονης συναισθηματικής φόρτισης γεγονότα των κοινωνικών ομαδοποιήσεων σε όλες τις πολιτιστικές παραδόσεις, με αδιάρρηκτη συνέχεια το ξεκίνημα της ανθρώπινης ιστορίας μέχρι και σήμερα.

Με λεπτομέρειες αναδείχθηκε και ο τρόπος με τον οποίο η μουσική επηρεάζει όλο το νευρικό μας σύστημα· συγκεκριμένα οι επιστήμονες κατέγραψαν την απόκριση του εγκεφάλου κατά την ακρόαση ενός κομματιού σύγχρονου αργεντίνικου τάνγκο, με τεχνολογία μαγνητικής απεικόνισης που ονομάζεται «λειτουργική απεικόνιση μαγνητικού συντονισμού» (fMRI). Ακολούθως, με χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και ειδικά σχεδιασμένους αλγόριθμους επεξεργασίας, έγινε ανάλυση του μουσικού περιεχομένου του συγκεκριμένου κομματιού και αποτυπώθηκε ο τρόπος με τον οποίο μεταβάλλεται το ρυθμικό, τονικό και ηχοχρωματικό περιεχόμενο της μουσικής με την εξέλιξη της σύνθεσης.

Συγκρίνοντας τις μεταβολές στο μουσικό περιεχόμενο με τις συνακόλουθες μεταβολές της αιμοδυναμικής δραστηριότητας στον εγκέφαλο των ακροατών οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα νευρικά κυκλώματα που ενεργοποιούνται κατά την ακρόαση της μουσικής δεν περιορίζονται στις περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την ακοή αλλά επεκτείνονται σε ένα μεγάλης κλίμακας νευρικό δίκτυο.
Για παράδειγμα ανακάλυψαν ότι κατά την επεξεργασία του ρυθμού ενεργοποιούνται περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την κίνηση, επαληθεύοντας την υπόθεση πως μουσική και κίνηση είναι στενά συνδεδεμένες.

Μεταιχμιακές περιοχές του εγκεφάλου, που είναι γνωστό ότι σχετίζονται με τα συναισθήματα, διαπιστώθηκε πως συμμετέχουν στην επεξεργασία της τονικότητας και επίσης του ρυθμού, η δε επεξεργασία των ηχοχρωμάτων συσχετίστηκε με ενεργοποίηση του λεγόμενου «δικτύου αυτόματης λειτουργίας» (default mode network) το οποίο σχετίζεται με την ονειροπόληση και τη δημιουργικότητα.


Αναγνώσματα που προτείνονται για περαιτέρω τριβή με το θέμα είναι το βιβλίο “This Is Your Brain On Music” (Plume/Penguin, 2007) του νευροβιολόγου Daniel J. Levitin, που αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο ο ανθρώπινος εγκέφαλος ερμηνεύει και επεξεργάζεται τα μουσικά χαρακτηριστικά, καθώς επίσης η έκδοση «Μουσικές Βιταμίνες» (Fagotto, 2004) του μουσικού και ερευνητή Ηλία Σακαλάκ, με στοιχεία μουσικής ιατρικής και μουσικής ψυχολογίας περί της μουσικής ακρόασης και των επιδράσεών της.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η δημοσίευση του Jack H. David Jr. “The Two Sides of Music” που πραγματεύεται το διαφορετικό τρόπο με τον οποίο εμπλέκονται στην επεξεργασία της μουσικής ακρόασης τα εγκεφαλικά ημισφαίρια και τις διαφορές αντίληψης μεταξύ ακροατών με και χωρίς μουσική παιδεία.